Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιχνίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιχνίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Παιδείας Απάνθισμα. Παιδί - Παιδεία - Παιχνίδι

AI Overview

Η φράσ
η «Παιδείας Απάνθισμα Παιδί - Παιδεία - Παιχνίδι» αναφέρεται στη σύνδεση της παιδείας με την ανάπτυξη του παιδιού μέσω του παιχνιδιού, όπου η παιδεία είναι η βάση, το παιδί είναι η οντότητα που εξελίσσεται και το παιχνίδι είναι το μέσο ανάπτυξης δεξιοτήτων, όπως οπτικοκινητικός συντονισμός, ο έλεγχος του σώματος, η μάθηση και η κοινωνικοποίηση.
Συνδέσεις των όρων
  • Παιδεία: Η ευρύτερη έννοια της ανατροφής, της μόρφωσης και της καλλιέργειας της προσωπικότητας.
  • Παιδί: Το άτομο που βρίσκεται σε στάδιο ανάπτυξης και εκμάθησης.
  • Παιχνίδι: Το κύριο εργαλείο μέσω του οποίου το παιδί εξερευνά, μαθαίνει και αναπτύσσει φυσικές, γνωστικές και κοινωνικές δεξιότητες.
Οφέλη του παιχνιδιού στην παιδεία
  • Κινητική ανάπτυξη: Βοηθά στην ανάπτυξη κινητικών δεξιοτήτων, όπως ο συντονισμός ματιού-χεριού, ο χειρισμός αντικειμένων, το τρέξιμο, το πήδημα και το σκαρφάλωμα.
  • Αισθητηριακή ανάπτυξη: Ενισχύει την αισθητηριακή αντίληψη και τον έλεγχο του σώματος.
  • Γνωστική ανάπτυξη: Ενθαρρύνει την επίλυση προβλημάτων, τη δημιουργικότητα και τη φαντασία.
  • Κοινωνική ανάπτυξη: Διδάσκει κανόνες, συνεργασία και την αντίληψη των συναισθημάτων των άλλων.
  • Συναισθηματική ανάπτυξη: Βοηθά στη διαχείριση συναισθημάτων, στην αυτοπεποίθηση και στην αυτοεκτίμηση.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

Ο ρόλος του παιχνιδιού στην εκπαιδευτική διαδικασία

Ο αιώνας που πέρασε ανέδειξε το παιχνίδι σε κεντρικό ζήτημα στη διεπιστημονική έρευνα της παιδικής ηλικίας. Ψυχολόγοι, παιδαγωγοί, αναπτυξιολόγοι και φιλόσοφοι έχουν όλοι τους ασχοληθεί με την αξία του παιχνιδιού και τη σημασία του για την ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού. Πλήθος σύγχρονων ερευνών έχουν συνδέσει το παιχνίδι τόσο με τον αυτοέλεγχο (Saltz, 1977), τις κοινωνικές δεξιότητες (Rubin, 1980) και τη δημιουργικότητα (Dansky, 1980) όσο και με την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων (Vandenberg, 1980), την εγγραμματοσύνη (Roskos και Christie, 2000), τη γλωσσική ανάπτυξη και πολλά άλλα γνωστικά οφέλη. Παρόλο λοιπόν που μέχρι σήμερα έχει επισημανθεί η καθοριστική σχέση του παιχνιδιού με τη μάθηση και τα αναλυτικά σχολικά προγράμματα έχουν όλα κατοχυρώσει τη θέση του παιχνιδιού στην εκπαιδευτική διαδικασία, η σύγχρονη σχολική πραγματικότητα παρουσιάζεται τελείως διαφορετική.

Για να εξετάσουμε όμως αυτή την πραγματικότητα, θα πρέπει αρχικά να ανιχνεύσουμε, όσο πιο συνοπτικά γίνεται, τη φύση του παιχνιδιού και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με τη μάθηση.

Από τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής το παιχνίδι και η μάθηση φαίνονται να είναι σχεδόν απόλυτα συνυφασμένα μεταξύ τους (Ασημάκης και συν., 2001). Τα βρέφη κινούνται και βγάζουν ήχους με ρυθμούς, κάνουν σημάδια, μιμούνται προτού καν περπατήσουν. Στους δεκαοχτώ μήνες δραματοποιούν σκηνές με φανταστικούς άλλους και είναι ικανά να παίξουν και άλλους ρόλους ή να κάνουν αντιστροφή ρόλων – για παράδειγμα ένα παιδί μιλάει σ’ ένα παιχνίδι και μετά απαντάει στη θέση του.

Παράλληλα με την γνωστική και την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη, το παιχνίδι γίνεται όλο και περισσότερο δραματικό, δίδονται ρόλοι στα παιχνίδια, όπως για παράδειγμα στις κούκλες που αναπαριστούν την οικογένεια. Οι ιστορίες μπορεί να βασίζονται σε εμπειρίες προσωπικές ή μπορεί να είναι νέες δημιουργίες καταστάσεων, που ένα παιδί θέλει να επεξεργαστεί.

Όπως αναφέρει ο Vygotsky (1967), το παιδί μέσα στο παιχνίδι προβάλλει τον εαυτό του στις δραστηριότητες των ενηλίκων στο συγκεκριμένο πλαίσιο στο οποίο ζει. Ακόμα προβάλλει τους μελλοντικούς ρόλους και τις αξίες, όπως το ίδιο τις αντιλαμβάνεται, μέσα από τις δραστηριότητες και τις σχέσεις των ενηλίκων. Το παιχνίδι προηγείται της ανάπτυξης γιατί το παιδί μέσα από το παιχνίδι, αποκτά δεξιότητες, κίνητρα και στάσεις απαραίτητα για την κοινωνική του προσαρμογή και συμμετοχή. Κατά την προσχολική μάλιστα περίοδο το παιχνίδι αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο ανάπτυξης.

Αντίστοιχα και ο Piaget (1971) υποστηρίζει ότι το παιχνίδι προσφέρει στο παιδί ένα δικό του, καινούριο εκφραστικό μέσο, απαραίτητο για τη σχέση του με την πραγματικότητα. Η βασική διαδικασία που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού είναι η αφομοίωση (assimilation) της πραγματικότητας και των υπαρχουσών δομών (Piaget, 1971). Με βάση την παραπάνω εξελικτική πορεία διακρίνονται τέσσερα είδη παιχνιδιού: α) το αισθησιοκινητικό παιχνίδι, τέτοια είναι τα παιχνίδια εξάσκησης (για παράδειγμα το κουτσό, το σχοινάκι), β) το συμβολικό παιχνίδι, το οποίο αποσκοπεί στην αφομοίωση του πραγματικού από το εγώ του παιδιού (όπως τα παιχνίδια με τις κούκλες, με τα κουζινικά, οι δραματοποίησεις) γ) το παιχνίδι κανόνων, το οποίο συναρτάται άμεσα με τη διαδικασία κοινωνικοποίησης του παιδιού (το κρυφτό, η τυφλόμυγα) και δ) το παιχνίδι κατασκευών, το οποίο αποτελεί μία μεταβατική κατάσταση ανάμεσα στο συμβολικό παιχνίδι και τις μη παιγνιώδεις δραστηριότητες (χειροτεχνίες, παιχνίδια με τουβλάκια).

Μπορούμε να ορίσουμε λοιπόν το παιχνίδι σαν μία συμπεριφορά, μια ενεργό εξωτερίκευση ψυχοδιανοητικών εμπειριών με τη χρησιμοποίηση συμβολικών αντικειμένων, καθώς και μιας δυναμικής, δραματικής αλληλεπίδρασης του υποκειμένου με τα αντικείμενα αυτά (Hoxter, 1996). Πρόκειται για ένα πειραματικό θερμοκήπιο, όπου δοκιμάζονται τρόποι συνδυασμού σκέψης, γλώσσας και φαντασίας και η ουσία του αληθινού παίκτη βρίσκεται στην ελευθερία δράσης σε κατάλληλο περιβάλλον, τόπο και χρόνο (Bruner, 1989).

Όσον αφορά τώρα την αξία του παιχνιδιού ως εκπαιδευτικό μέσο, ο πρώτος που συνέδεσε ευθύγραμμα το παιχνίδι με την εκπαιδευση των παιδιών ήταν ο Rousseau στο πολύ γνωστό έργο του Εmile (1782). H φιλοσοφία του Rousseau επηρρέασε με τη σειρά της γεννιές παιδαγωγών και τους οδήγησε να αναζητήσουν τα εκπαιδευτικά οφέλη του παιχνιδιού. Όλες οι γνωστικές θεωρίες των τελευταίων δεκαετιών για το παιχνίδι έχουν επηρεαστεί βαθιά από το κίνημα του κονστρουκτιβισμού (εποικοδομισμός), το οποίο υποστηρίζει, ότι για να αποκτήσει κάποιος μία γνώση θα πρέπει ενεργητικά να τη δομήσει ανασύροντας τη από εμπειρίες που είναι σημαντικές και έχουν νόημα για τον ίδιο (Dewey, 1980). Οι συμμετέχοντες σε μία δραστηριότητα δομούν τη γνώση τους ερευνώντας ιδέες και έννοιες απο παλαιότερες εμπειρίες και γνώσεις, εφαρμόζοντάς τις σε καινούριες καταστάσεις και ενσωματώνοντας την καινούρια γνώση σε ήδη υπάρχουσες γνωστικές δομές. Για τα παιδιά το παιχνίδι πραγματικά είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της διαδικασίας καθώς μέσω της φαντασίας και της νοητικής λειτουργίας που απαιτεί, βοηθά τα παιδιά να ανακαλύπτουν και να μαθαίνουν πράγματα με το δικό τους τρόπο και ρυθμό. Αποτελεί λοιπόν μια διαδικασία αγωγής, μια αναγκαία αυτο-εκπαίδευση.

Επομένως, το παιχνίδι είναι προϋπόθεση για την επιτυχή συμμετοχή στα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα που εκθέτουν τα παιδιά σε σημαντικές έννοιες των μαθηματικών, της γλώσσας και της επιστήμης. Τα παιδιά που δεν μπορούν να συμμετέχουν στο παιχνίδι είναι πιθανό να εμφανίσουν ελλείμματα και σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής σε προσχολικά και σχολικά περιβάλλοντα, όπου η ατομική διδασκαλία είναι περιορισμένη (Morrison, Sainato, Sayaka, 2002). Μάλιστα, η ποιότητα του παιχνιδιού κατά την προσχολική περίοδο αποτελεί και δείκτη για τη μελλοντική διάγνωση μαθησιακών δυσκολιών.

Στο σημείο αυτό θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε τη σχολική πραγματικότητα και ποια θέση κατέχει το παιχνίδι σε αυτή. Κατά τη γνώμη μας, ο προβληματισμός αυτός είναι διττός, καθώς αναφέρεται τόσο στη σημασία του ελεύθερου παιχνιδιού και στο χρόνο που θα πρέπει να παρέχεται σε αυτό από τα εκπαιδευτικά προγράμματα όσο και στη θέση του παιχνιδιού ως ραχοκοκαλιά της μαθησιακής πράξης (π.χ. βιωματική μάθηση, ή θεατρικό παιχνιδί).

Στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα το ελεύθερο παιχνίδι μοιάζει να είναι μια απρόβλεπτη δραστηριότητα που δεν υπακούει σε κανόνες με μόνη εξαίρεση τους δικούς του εσωτερικούς κανονισμούς. Μοιάζει επίσης να μην έχει στόχους άλλους εκτός από τη διασκέδαση και τη χαλάρωση του παιδιού που παίζει. Για αυτό συχνά δεν θεωρείται «σοβαρό» και ιδίως στο ελληνικό σχολείο αντιμετωπίζεται ως ένα αναγκαίο κακό, ένα υποχρεωτικό διάλειμμα ανάμεσα σε δύο χρόνους μάθησης, οι οποίοι αποτελούν την κατεξοχήν «χρήσιμη» παιδική δραστηριότητα.

Για τους περισσότερους ενήλικες το ελεύθερο παιχνίδι είναι μία δραστηριότητα δευτερεύουσας σημασίας, για τον χρόνο που περισεύει, όταν όλες οι άλλες σημαντικές εργασίες έχουν ολοκληρωθεί. Μεγαλώνοντας αρχίζουμε σιγά σιγά να πιστεύουμε ότι κάτι το οποίο είναι διασκεδαστικό δεν είναι και σημαντικό. Με κάποιο τρόπο μαθαίνουμε ότι το παιχνίδι θα πρέπει να λαμβάνει χώρα όταν κανείς δεν απασχολείται.

Όταν μιλάμε εδώ για ελεύθερο παιχνίδι, δεν εννοούμε τη φυσική και την αισθητική αγωγή ή τα αθλήματα που γίνονται στο σχολείο (χωρίς φυσικά να παραγνωρίζουμε τη σημασία των τελευταίων). Τέτοιου είδους δομημένες δραστηριότητες όμως, δεν μπορούν παρά με σοβαρές επιπτώσεις, να αντικαταστήσουν το ελεύθερο και δημιουργικό παιχνίδι στο οποίο τα παιδιά αναπτύσσουν την ατομική τους πρωτοβουλία. Όπως διαπιστώνει και ο Caillois (1992) το παιχνίδι είναι μια δραστηριότητα ελεύθερη, η οποία παύει να υπάρχει μόλις πάρει το χαρακτήρα υποχρέωσης ή ενταχθεί σε μία παραγωγική σκοπιμότητα.

Θα πρέπει λοιπόν να δίνεται μέσα στο σχολικό πρόγραμμα η δυνατότητα στα παιδιά να παίζουν ελεύθερα αξιοποιώντας τα διαθέσιμα από τους ενήλικες και το περιβάλλον ερεθίσματα.

Την ιδέα αυτή ενσάρκωσε και το κίνημα της ελεύθερης παιδικής χαράς τη δεκαετία του 1960. Δημιουργήθηκαν υπαίθριοι χώροι εξοπλισμένοι με ακατέργαστα υλικά και εργαλεία με σκοπό να χτίζουν τα παιδιά ο, τι θέλουν. Με τον τρόπο αυτό τα παιδιά ανέπτυσσαν την εφευρετικότητα τους, πειραματίζονταν με πληθώρα υλικών και ασκούνταν στην επίλυση προβλημάτων. Όλα αυτά δεν ευνοούνται από τον προκατασκευασμένο εξοπλισμό της τυπικής παιδικής χαράς ή του σχολικού προαυλίου που τείνει να δομεί το ίδιο το παιχνίδι και αφήνει ελάχιστα περιθώρια στη δημιουργικότητα.

Πέρα από το ελεύθερο παιχνίδι του προαυλίου, εξίσου δημιουργικό και ενδιαφέρον μπορεί να γίνει και το ίδιο το μάθημα βασισμένο σε βιωματικές προσεγγίσεις. Εξάλλου, όπως διαπιστώνει και ο Freire, για να έχει οποιοδήποτε νόημα η μάθηση θα πρέπει να συνδέεται με τη διαδικασία της ζωής του ατόμου.

Στη βιωματική μάθηση, πηγή γνώσης δεν είναι μόνο τα βιβλία και ο δάσκαλος, αλλά όλες οι εμπειρίες και τα ερεθίσματα από το περιβάλλον του παιδιού θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα. Οι νόμοι της φύσης, οι αριθμοί, οι σχέσεις αιτίου-αιτιατού, οι χρονικές αλληλουχίες ενσωματώνονται από το παιδί με ένα δημιουργικό τρόπο που προάγει την κριτική σκέψη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μάθημα της φυσικής όπου, ανάλογα με το ηλικιακό επίπεδο, ξεκινώντας από το πέταγμα βοτσάλων στην ακρογιαλιά, με το οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται το νόμο της βαρύτητας και των κυμάτων, συνεχίζουμε σε πειράματα συναρμολόγησης κυκλωμάτων, πειράματα ταλαντώσεων και πειράματα μελέτης της κίνησης. Έτσι, μέσω της δυνατότητας για πειραματισμό, της διαδικασίας δοκιμής-λάθους και επαλήθευσης καλλιεργείται η εφευρετικότητα και η ευελιξία. Η ίδια η γνώση δεν κατακερματίζεται σε χωριστά θεωρητικά πεδία αλλά ενισχύεται η διαθεματικότητα. Από το «πουν’ το πουν’ το δαχτυλίδι» λοιπόν το παιδί περνά στο κυνήγι του χαμένου θησαυρού και έπειτα στη γεωμετρία και στην ανάγνωση του χάρτη του Μετρό, ταξιδεύοντας συμβολικά από την αναζήτηση του χαμένου αντικειμένου, στην τοποθέτηση του Εγώ στο χωροχρόνο. Παράλληλα, η βιωματική εκπαίδευση είναι μαθητοκεντρική και όχι δασκαλοκεντρική. Αντί να ακολουθεί κανόνες, το παιδί συμμετέχει σε δραστηριότητες που το ίδιο επιλέγει. Αντί να απομνημονεύει και να επαναλαμβάνει, διερευνεί και τεκμηριώνει. Αντί να είναι παθητικός δέκτης, επικοινωνεί και λαμβάνει αποφάσεις. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι όλα τα παραπάνω λαμβάνουν χώρα με έναν ευχάριστο και παιγνιώδη τρόπο. Και το παιδί μαθαίνει να είναι αυτόνομο και αυτεξούσιο.

Μια άλλη βιωματική προσέγγιση, η οποία είναι απαραίτητο να εμφανίζεται, να λειτουργεί μέσα στο σχολείο και να κατέχει σημαντική θέση στο πρόγραμμα των μαθημάτων και σε όλη την εκπαιδευτική διαδικασία, είναι το θεατρικό παιχνίδι (Μιχαλόπουλος και άλλοι, 2000). Το θεατρικό παιχνίδι είναι η μορφή εκείνη του δρώμενου που προκύπτει από ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς με ή χωρίς λόγο (Κατσάβου, 2003). Δανείζεται στοιχεία από το χώρο του θεάτρου αλλά και του παιχνιδιού και χρησιμοποιεί διαφορετικές τεχνικές και μέσα όπως ο αυτοσχεδιασμός, η παντομίμα, οι ασκήσεις χαλάρωσης, οι ασκήσεις εμπιστοσύνης, τα παιχνίδια με τη φωνή και με διάφορα μέλη του σώματος, οι ασκήσεις γνωριμίας, η κίνηση, ο προσανατολισμός στο χώρο, οι ασκήσεις συνεργασίας, τα παιχνίδια ρόλων, τα παιχνίδια συγκέντρωσης κ.α.

Στο θεατρικό παιχνίδι, χρησιμοποιούνται θεατρικά στοιχεία ως υποβοηθητικά της παιδευτικής (και όχι εκπαιδευτικής) διαδικασίας. Ο κος Κουρετζής εισηγητής του θεατρικού παιχνιδιού στην Ελλάδα τονίζει ότι σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες δεν πρέπει να ξεχνάμε το παιδί που βρίσκεται σε κάθε μαθητή και συνεχίζει αναφέροντας πως όποιος θυσιάζει τη φύση του παιδιού υπέρ της ιδιότητας του μαθητή κινδυνεύει να χάσει και μαθητή και παιδί. Το θεατρικό παιχνίδι αφορά μια συλλογική διαδικασία που δύναται να παίξει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της κοινωνικοποίησης του παιδιού. Επιπλέον φέρνει το παιδί σε επαφή με το πολιτιστικό γίγνεσθαι και του προσφέρει τις θετικές συνέπειες από ένα παιχνίδι-ρόλων.

Το θεατρικό παιχνίδι αποτελεί προπαρασκευή του παιδιού για μια δημιουργική περίοδο και είναι ένα μέσο για την απελευθέρωση της φαντασίας του, της επικοινωνίας και της κατανόησης των ανθρώπινων σχέσεων. Βοηθά τα παιδιά να αποκτήσουν: α) καλύτερη επικοινωνία μεταξύ τους, β) αυτοεκτίμηση και αλληλοσεβασμό, γ) θετική εικόνα και αυτοπεποίθηση και δ) νέες γνώσεις. Επίσης τα παιδιά μέσω του θεατρικού παιχνιδιού μαθαίνουν να συνεργάζονται αρμονικότερα, να «λύνουν» το σώμα τους και να βελτιώνουν την κίνηση, την έκφραση των συναισθημάτων τους και την εκφορά του λόγου τους.

Ο τρόπος με τον οποίο το θεατρικό παιχνίδι δύναται να «μπλεχτεί» στην μαθησιακή διαδικασία φαίνεται χαρακτηριστικά αν αναλογιστούμε τα παρακάτω παραδείγματα: Στο μάθημα της χημείας μέσω δραματοποίησης θα μπορούσαν τα παιδιά να πάρουν τους ρόλους χημικών στοιχείων και με την ένωση υδρογόνου και οξυγόνου να αντιληφθούν τη σύσταση του νερού. Το ίδιο και στο μάθημα της ιστορίας, τα παιδιά θα μπορούσαν να πάρουν τους ρόλους βασικών ιστορικών προσώπων, προκειμένου να αναπαραστήσουν και να επεξεργαστούν ιστορικά γεγονότα. Σε μικρότερες ηλικίες θα μπορούσαν να δοθούν ρόλοι γραμμάτων, αριθμών ή και συλλαβών στα παιδιά με σκοπό την καλλιέργεια της φωνολογικής ενημερότητας και την εκμάθηση βασικών μαθηματικών σχέσεων μέσα σε έναν αδιαίρετο κύκλο παιχνιδιού και μάθησης.

Τελειώνοντας, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι για εμάς η διαρκής υποβάθμιση του παιχνιδιού είναι ένα από τα σημεία που αντικατοπτρίζουν τις σύγχρονες κοινωνικές δομές και λειτουργίες.

Από παιδιά αποξενωνόμαστε από τις ανάγκες και εν τέλει από την ίδια µας τη ζωή. Εξαργυρώνουμε τις λιγοστές ώρες παιχνιδιού σε ελεγχόμενους χώρους-παιδότοπους, ανυποµονούµε να παίξουμε με αυτοµατοποιηµένα πλαστικά παιχνίδια μαζικής παραγωγής και µαθαίνουµε να αγαπάμε εικονικούς φίλους και ζώα- τους ψεύτικους ήρωες της τηλεοπτικής και ηλεκτρονικής µας πραγματικότητας.

Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα την προώθηση της ατομικότητας, του ανταγωνισμού και της υπερκατανάλωσης.

Αντίθετα, τα ομαδικά παιχνίδια και τα παιχνίδια ρόλων (π.χ. κλέφτες και αστυνόμοι, πειρατές, κλπ) παλιότερα σε πλατείες και αλάνες, έννοιες πια δυσεύρετες σε αυτήν την ασφυκτική πόλη, µας έδιναν τη δυνατότητα να επικοινωνούμε, να συνεργαζόμαστε και να καλλιεργούμε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα µας.

Με μια αδιόρατη πια αίσθηση ότι τρέχουμε να προλάβουμε, συρρικνώνουμε τη φαντασία µας εγκλωβίζοντας την ανάμεσα στο σχολείο, το φροντιστήριο, τις ξένες γλώσσες, το πανεπιστήμιο και την εργασία, εναποθέτοντας τη ζωή µας στο μέλλον.

Τζανάκου Άννα, Κατσίκα Ιωάννα

2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Δραματοθεραπείας- Παιγνιοθεραπείας
Σύγχρονες Θεραπευτικές Αναπαραστάσεις

synyparxein.gr

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

Το παιχνίδι και η συμβολή του στην ανάπτυξη του παιδιού

Η λέξη παιχνίδι προέρχεται από την λέξη παίχτης – παίζω – παις. Με την έννοια παιχνίδι ορίζουμε την κατ’ εξοχήν αυθόρμητη και ενδιαφέρουσα δραστηριότητα των παιδιών που έχει ως στόχο την συναισθηματική τους ευχαρίστηση.

Η ανάγκη του παιδιού για παιχνίδι ξεκινά από την βρεφική ηλικία και όπως και σε όλα τα αναπτυγμένα θηλαστικά, το παιχνίδι είναι βιολογικά χρήσιμο για τα παιδιά και τα μικρά ζώα και αποτελεί μέσο προετοιμασίας για τις μετέπειτα σημαντικές δραστηριότητες της ζωής του. Τα παιδιά, όπως και τα μικρά ζώα που είναι κοντά σε εμάς, όπως οι πίθηκοι παίζουν και όσο παίζουν, μεγαλώνοντας, μαθαίνουν και κερδίζουν περισσότερα πράγματα. Κανένα όμως ζώο δεν παίζει τόσο ελεύθερα και το πολύ όσο το παιδί.

Η επιθυμία και η ικανότητα  του ανθρώπου για παιχνίδι δεν μειώνεται ακόμα και όταν ωριμάσει.

Έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες για την αξία του παιχνιδιού:

  • κατά τον Stanley Hall πρόκειται για μια αναπτυξιακή φάση του ανθρώπου από την οποία έχει διέλθει το είδος στην εξελικτική του πορεία
  • κατά τον Freud το παιχνίδι είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να ικανοποιήσει τις ορμές, να εκπληρώσει τις επιθυμίες και να αντιμετωπίσει τις επώδυνες εμπειρίες που τον απειλούν
  • κατά τον Piaget το παιχνίδι θεωρείται ως πράξη αφομοίωσης και όχι συμμόρφωσης στην πραγματικότητα. Το παιδί στο παιχνίδι χειρίζεται τα πράγματα ελεύθερα και αλλοιώνει την πραγματικότητα με σκοπό να ικανοποιήσει τις προσωπικές του ανάγκες
  • κατά τον Winnicott είναι πολύ σημαντικό για τα παιδιά να μπορούν να εκφράσουν την επιθετικότητά τους σε ένα περιβάλλον που τους είναι φιλικό και δεν φοβούνται ότι θα τιμωρηθούν γι’ αυτό. Το παιδί αποκτά εμπειρίες με το παιχνίδι. Το παιχνίδι καταλαμβάνει ένα μεγάλο τμήμα της ζωής του παιδιού. Η προσωπικότητα των παιδιών αναπτύσσεται μέσα από τα παιχνίδια τους και όσα επινοούν τα άλλα παιδιά και οι ενήλικες. Εμπλουτίζοντας τον εαυτό τους, τα παιδιά διευρύνουν σταδιακά την ικανότητά τους να βλέπουν τον πλούτο του εξωτερικού πραγματικού κόσμου. Το παιχνίδι είναι μια διαρκής μαρτυρία της δημιουργικότητας, που σημαίνει ζωντάνια. Μέσα από το παιχνίδι το παιδί κάνει φίλους και εχθρούς, ενώ είναι δύσκολο να κάνει φίλους εκτός παιχνιδιού. Το παιχνίδι παρέχει μια οργάνωση για τη μύηση στις συναισθηματικές σχέσεις και έτσι βοηθά στην ανάπτυξη των κοινωνικών επαφών. Το παιχνίδι και άλλες μορφές τέχνης συντελούν στην ενοποίηση και γενική απαρτίωση της προσωπικότητας του παιδιού.

Το παιδί μέσα από το παιχνίδι έχει την ευκαιρία να:

  • δράσει ελεύθερα και αβίαστα
  • ερευνήσει τον υλικό κόσμο
  • αναπτύξει την γλωσσική του ικανότητα
  • εκφράσει τα συναισθήματά του
  • αναπτύξει τις διαπροσωπικές του σχέσεις
  • δημιουργήσει και να μάθει αναπτύσσοντας την σκέψη του και οξύνοντας την κρίση του
  • ζήσει σε ένα κόσμο φανταστικό που μπορεί να εξουσιάσει
  • νοιώσει ευχαρίστηση

Απ’ όλα τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι το παιχνίδι είναι ένα σημαντικό μέσο εξέλιξης καθώς επίσης και ο φυσικός τρόπος για την εκπαίδευση των παιδιών. Το παιχνίδι είναι για τα παιδιά, όπως η εργασία για τους ενήλικες.

Είδη παιχνιδιού

Υπάρχουν έξι κατηγορίες παιχνιδιού που αντιστοιχούν στην φυσιολογική εξέλιξη του παιδιού: το διερευνητικό παιχνίδι, το μιμητικό παιχνίδι, το δημιουργικό παιχνίδι, το φανταστικό παιχνίδι και το παιχνίδι με κανόνες.

Διερευνητικό Παιχνίδι : Ξεκινά από την ηλικία των τριών μηνών με το παιχνίδι των δακτύλων. Προυποθέτει την ωρίμανση του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων μέσα από τα οποία διερευνά τον κόσμο γύρω του. Τα αισθητηριακά παιχνίδια που συνοδεύονται από τα λόγια της μητέρας και του πατέρα ξεκινούν από την κούνια και αφορούν στην όραση, ακοή, αφή, μιμική γλώσσας και πιάσιμο.

Μιμητικό Παιχνίδι: Ξεκινά στην ηλικία των επτά-δέκα μηνών και προυποθέτει την ικανότητα του παιδιού για τον κινητικό έλεγχο του σώματός του, τον χειρισμό των αντικειμένων και την οργάνωση και ερμηνεία των αισθητικών και αισθητηριακών εμπειριών. Ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται και τον λόγο των ενηλίκων. Μέσω του μιμητικού παιχνιδιού το παιδί μαθαίνει σιγά – σιγά να εκτελεί δραστηριότητες που είναι πολύ χρήσιμες για το ίδιο. Επίσης αντιλαμβάνεται ότι οι ενήλικες έχουν διαφορετικούς από αυτό ρόλους, τους οποίους θα αναπτύξει και το ίδιο όταν μεγαλώσει. Στην ηλικία των 4 -5 ετών τα παιδιά εκφράζουν τα συναισθήματά τους παίζοντας τις μαμάδες και τους μπαμπάδες  ή κάνουν την δασκάλα και τον γιατρό επαναλαμβάνοντας όσα έχουν βιώσει.

Δημιουργικό Παιχνίδι: Είναι συνέχεια του πρώιμου διερευνητικού παιχνιδιού που σχετίζεται με την σωματική εξέλιξη του παιδιού και ξεκινά από την ηλικία των 18-20 μηνών, όπου ταυτόχρονα με την αισθησιοκινητική ωρίμανση χρησιμοποιεί τις εμπειρίες του παρελθόντος μέσω της νοητικής ανάπτυξης. Σε αυτή την ηλικία μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα διάφορα εκπαιδευτικά παιχνίδια.

Φανταστικό Παιχνίδι: Αρχίζει περίπου στην ηλικία των 2 ετών και εξελίσσεται τα επόμενα χρόνια. Το φανταστικό παιχνίδι δίνει την ευκαιρία στο παιδί να παίξει τα γεγονότα της ζωής του, ελευθερώνοντας τα από καταπιέσεις, δυσάρεστες καταστάσεις και εμπειρίες, βοηθώντας το να ανταποκριθεί πιο εύκολα στον κόσμο των μεγάλων. Βοηθά το παιδί να αποκτήσει ψυχική ισορροπία προσφέροντάς του την δυνατότητα εξωτερίκευσης θετικών και αρνητικών συναισθημάτων. Το φανταστικό παιχνίδι εξαρτάται από την ικανότητα του παιδιού να εκφράσει τις ιδέες του με ένα συμβολικό τρόπο. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται για διαγνωστικούς σκοπούς από τους ειδικούς της ψυχικής υγείας.

Παιχνίδι με Κανόνες: Ξεκινά στην ηλικία των 4 ετών και προϋποθέτει σημαντική ανάπτυξη των ικανοτήτων του παιδιού ταυτόχρονα με την κατάκτηση όλων των προηγούμενων ειδών παιχνιδιού. Επίσης απαιτεί την ικανότητα του παιδιού να δεχθεί κανόνες όσον αφορά στο μοίρασμα, στην αναβολή της ικανοποίησης των επιθυμιών του, στο να μάθει να χάνει. Πρόκειται κυρίως για τα ομαδικά παιχνίδια και συμπίπτουν με την ένταξη του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον.

Ο ρόλος του ενήλικου στην διευκόλυνση του παιχνιδιού

Η παρουσία των ενηλίκων στο παιχνίδι των παιδιών κάτω από την ηλικία των 2,5 ετών είναι υψίστης σημασίας.

Ο γονιός από την δική του πλευρά θα πρέπει να παίζει με το παιδί του σαν ίσος προς ίσο, όσο γίνεται, χωρίς να παίζει τον παθητικό αντίπαλο που δίνει στο παιδί την ευκαιρία να κερδίζει πάντα, απαλλάσσοντας τον εαυτό του από τα αναμενόμενα ξεσπάσματα θυμού του παιδιού. Όπως αναφέραμε και παραπάνω ο γονιός αποτελεί πρότυπο για το παιδί με τον οποίο θα ταυτιστεί μεγαλώνοντας. Επιβάλλεται λοιπόν η συμπεριφορά του κατά την διάρκεια του παιχνιδιού να αυτή του ενήλικα και όχι του παιδιού του.

Ο γονιός δεν χρειάζεται να επαινεί διαρκώς το παιδί γιατί αυτό καλλιεργεί την εξάρτησή του από τον γονιό, αλλά ούτε και να ντρέπεται όταν το παιδί του ζητά να παίξουν με τον δικό του τρόπο. Πολλές φορές το παιδί ευχαριστιέται να εναλλάσσει τα παιχνίδια με τα οποία παίζει που μερικές φορές δεν τα ολοκληρώνει, πράγμα το οποίο θα πρέπει να γίνεται αποδεκτό. Από την άλλη η συμπεριφορά του παιδιού μπορεί να ποικίλλει από την ησυχία ή ακόμη και ονειροπόληση έως την φασαρία και τις φωνές.

Ο γονιός σε σχέση με το παιδί θα πρέπει να το ενθαρρύνει να είναι αυθόρμητο χωρίς να θέτει ο ίδιος τις οδηγίες και τους κανόνες του παιχνιδιού. Επίσης να αφήνει το παιδί να χρησιμοποιήσει την φαντασία του χωρίς να ασκεί κριτική.

Το παιδί θέλει και χρειάζεται ένα σύντροφο στο παιχνίδι του και οι γονείς είναι σημαντικό να «γονατίσουν» και να παίξουν με τα παιδιά τους χωρίς να προσπαθούν να εξαγοράσουν την ησυχία τους με το να τους προσφέρουν όλο και περισσότερα παιχνίδια.

Η ανάγκη για συντροφιά στο παιχνίδι αυξάνεται μετά την ηλικία των 2.5 ετών αφού μεγαλώνει και η τάση για κοινωνικοποίηση του παιδιού.

Στην ηλικία των 4 – 6 ετών που το παιδί εντάσσεται στο σχολικό περιβάλλον με την έναρξη του νηπιαγωγείου, η ανάγκη για συντρόφους είναι πολύ μεγάλη.

Στην ηλικία των 7 – 12 ετών μπαίνουν οι κανόνες στα ομαδικά παιχνίδια τα οποία δίνουν ιδιαίτερη ευχαρίστηση στα παιδιά και οι δραστηριότητες αυτής της περιόδου καθορίζονται από το φύλο. Ετσι τα αγόρια συνηθίζουν να παίζουν με τα αγόρια και τα κορίτσια με τα κορίτσια. Μέχρι την εφηβεία όπου εμφανίζονται κοινά ενδιαφέροντα και για τα δύο φύλα.

Κριτήρια επιλογής των παιχνιδιών

Οι γονείς και γενικά οι ενήλικες που ασχολούνται με την ανατροφή των παιδιών  μπορούν να διευρύνουν το φάσμα των σωματικών και συναισθηματικών εμπειριών που τους προσφέρει το παιχνίδι, παρέχοντάς τους ιδέες και υλικό.

Φαίνεται όμως πως είναι καλύτερο να παρέχουν λιγότερα παρά περισσότερα τέτοια αντικείμενα, μιας και τα παιδιά είναι ικανά να βρίσκουν αντικείμενα και να επινοούν πολύ εύκολα διάφορα παιχνίδια.

Όταν οι γονείς διαλέγουν τα παιχνίδια με την παρουσία του παιδιού, η επιλογή  θα πρέπει να ακολουθεί τα ενδιαφέροντα του ίδιου του παιδιού και όχι του  ενήλικα.

Βασικό κριτήριο στην επιλογή ενός παιχνιδιού είναι να τους προσφέρουν αυτό που επιθυμούν με την προυπόθεση να ανταποκρίνεται στις οικονομικές δυνατότητες του γονιού. Παιχνίδια όπως puzzle, παιχνίδια κατασκευών, ανθρώπινες φιγούρες που διαλύονται και ξαναφτιάχνονται, αυτοκίνητα και άλλα μικρά στέρεα αντικείμενα είναι ιδανικά για τα παιδιά άνω των 5 ετών.

Σημαντικό στην επιλογή των παιχνιδιών είναι η δυνατότητα που παρέχει στο παιδί  να κάνει όνειρα γι’ αυτό και όχι τα τελειοποιημένα μηχανικά παιχνίδια που  μόλις χαλάσουν, παύουν να ενδιαφέρουν τα παιδιά.

Τέλος δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τα παιχνίδια ανήκουν στα παιδιά και δικαιούνται να τα κάνουν ό,τι θέλουν. Πολλές φορές τα παιδιά διασκεδάζουν περισσότερο με ένα χαλασμένο παιχνίδι, παρά με ένα ολοκαίνουριο.

ΕΦΗ ΓΕΡΟΥ

inpsy.gr

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Τα δικαιώματα του παιδιού στο παιχνίδι και την καλλιτεχνική και πολιτιστική εκπαίδευση

Στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ηνωμένα Έθνη 1948), στο άρθρο 27 (1), υπογραμμίζεται ότι «όλοι έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν ελεύθερα στην πολιτιστική ζωή της κοινότητας, να απολαμβάνουν τις τέχνες». Στην ίδια διακήρυξη, το προηγούμενο άρθρο 26 (παράγραφος 2) ορίζει ότι «η εκπαίδευση πρέπει να κατευθύνεται στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και στην ενίσχυση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών».

Αυτή η διακήρυξη έβαλε τις βάσεις για την αναγνώριση του δικαιώματος όλων των παιδιών να λαμβάνουν ουσιαστική και υψηλής ποιότητας καλλιτεχνική και πολιτιστική εκπαίδευση ως βασικό μέρος κάθε γενικού συστήματος εκπαίδευσης.

Το 1999, η UNESCO παρουσίασε τη Διεθνή Έκκληση για την προώθηση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και της δημιουργικότητας στα σχολεία, στο πλαίσιο της οικοδόμησης μιας κουλτούρας ειρήνης. Στην έκκληση, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι: «σήμερα είμαστε σαφώς και έντονα συνειδητοποιημένοι για τη σημαντική επιρροή του δημιουργικού πνεύματος στη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων των παιδιών και των εφήβων και στη διατήρηση της συναισθηματικής τους ισορροπίας».

Κοινή παραδοχή εκπαιδευτικών όλων των ειδικοτήτων και γονιών είναι ότι τα παιδιά γεννιούνται με φαντασία, φιλομάθεια, ευέλικτο μυαλό και έμφυτη δημιουργικότητα. Ένα μικρό παιδί, που ανακαλύπτει διαρκώς τον εαυτό του και τον κόσμο, είναι έτσι κι αλλιώς δημιουργικό. Τα παιδιά, λόγω του ότι έχουν έντονο αυθορμητισμό και πηγαία αθωότητα, λειτουργούν με έντονη αμεσότητα, χωρίς φόβους και προκαταλήψεις. Ανακαλύπτουν ιδέες και βρίσκουν άμεσα λύσεις χωρίς να απογοητεύονται από τα τυχόν λάθη τους. Μέσα από τον πειραματικό ψηλαφισμό, τη φαντασία και το παιχνίδι, αυτοσχεδιάζουν και συχνά δημιουργούν καινοτόμους ιδέες. Και ενώ όλα αυτά τα στοιχεία της προσωπικότητας και της δημιουργικότητας ένα παιδί τα φέρει με το ξεκίνημα του στο σχολείο, το εκπαιδευτικό σύστημα συχνά δεν καταφέρνει να εντοπίσει τη σημασία της σύνδεσης παιχνιδιού και δημιουργικότητας και να αφήσει χώρο να αναδυθεί η υποκειμενικότητα του παιδιού μέσω της τέχνης.

Το παιχνίδι, οι πολιτιστικές και οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες δεν είναι απλή αναψυχή. Το παιχνίδι είναι ένας τρόπος να μαθαίνει να αγαπά και να ανακαλύπτει τη ζωή και όχι απλά ένας τρόπος για να περνάει την ώρα του. Σε οποιαδήποτε ηλικία, το παιδί όταν παίζει αναπτύσσει ικανότητες, εξασκεί το σώμα και την φαντασία του και εμπλέκεται σε σημαντική κοινωνικοποίηση. Αυτές οι δραστηριότητες συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της αυτονομίας ενός παιδιού και προωθούν τις διαπροσωπικές και διαπολιτισμικές τους δεξιότητες. Μέσα από το παιχνίδι και την τέχνη, τα παιδιά μπορούν να βιώσουν τις κύριες αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως ο σεβασμός, η αξιοπρέπεια, η ισότητα, η ενσωμάτωση, η δικαιοσύνη και η συνεργασία.

Στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (που υιοθετήθηκε το 1989 στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και έγινε νόμος με αυξημένη ισχύ στην Ελλάδα το 1992, ν. 2101/92), το άρθρο 31 ορίζει το δικαίωμα των παιδιών στην ανάπαυση και στις δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου, στην ενασχόληση με ψυχαγωγικά παιχνίδια και δραστηριότητες που είναι κατάλληλες για την ηλικία του και στην ελεύθερη συμμετοχή στην πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή. Η παράγραφος 2 ορίζει ότι «τα συμβαλλόμενα κράτη σέβονται και προάγουν το δικαίωμα του παιδιού να συμμετέχει πλήρως στην πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή και ενθαρρύνουν την προσφορά κατάλληλων και ίσων ευκαιριών”.

Το άρθρο 31 θεωρείται εδώ και πολύ καιρό «το ξεχασμένο άρθρο» της Σύμβασης. Ωστόσο, το Γενικό Σχόλιο, ένα έγγραφο, ορόσημο που υιοθετήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 2013, το ανασύρει από τη λήθη και το μεταφέρει στο φως, καθορίζοντας με σαφήνεια τις ευθύνες των κυβερνήσεων που είναι σιωπηρές. Οι δηλωμένοι στόχοι του Γενικού Σχόλιου είναι: α) Η βελτίωση της κατανόησης της σημασίας του άρθρου 31 για την ευημερία και την ανάπτυξη των παιδιών και την υλοποίηση άλλων δικαιωμάτων στη σύμβαση β) η παροχή διευκρινίσεων στα συμβαλλόμενα κράτη όσον αφορά τις διατάξεις και τις συνακόλουθες υποχρεώσεις που συνδέονται με το άρθρο 31 γ) η παροχή κατευθυντήριων γραμμών για τα νομοθετικά, τα διοικητικά, τα κοινωνικά και εκπαιδευτικά μέτρα που είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση της εφαρμογής του για όλα τα παιδιά χωρίς διακρίσεις και με βάση την ισότητα των ευκαιριών.

Δημοσιεύοντας το Γενικό Σχόλιο, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών απέστειλε ένα ισχυρό μήνυμα στις κυβερνήσεις του κόσμου ότι, στις πολιτικές και τα προγράμματά τους, δεν πρέπει να παραβλέπουν τη σημασία του παιχνιδιού και τη συμμετοχή του παιδιού στην πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή. Το Γ.Σ. αύξησε την κατανόησή μας για την αλληλοσυνδεόμενη φύση του παιχνιδιού, του πολιτισμού και της τέχνης - τη θεμελιώδη σημασία τους για τη σωματική, κοινωνική, πνευματική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Επίσης, κάλεσε τις κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τους προϋπολογισμούς τους για να διασφαλίσουν ότι η κατανομή συνάδει με την εκπροσώπηση των παιδιών ως τμήματος του πληθυσμού και ζήτησε από τα σχολεία να εντάξουν το παιχνίδι και τις πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες στο περιβάλλον τους, τα χρονοδιαγράμματα, τα προγράμματα σπουδών και την παιδαγωγική.

Το άρθρο 31 πρέπει να γίνει κατανοητό ολιστικά, τόσο ως προς τα συστατικά του μέρη, καθώς και ως προς τη σχέση του με τη Σύμβαση στο σύνολό της. Η επίτευξη αυτής της ολιστικής προσέγγισης δημιουργεί ένα όραμα για το παιχνίδι, το γέλιο, την ανακάλυψη πολιτιστικών περιβαλλόντων, την ανταλλαγή ιδεών και την ενασχόληση με τις τέχνες για τα παιδιά και τους νέους. Προτείνει όλα τα παιδιά να βιώνουν αυτές τις ελεύθερα και αυθόρμητα επιλεγμένες, χωρίς την καθοδήγηση των ενήλικων, δραστηριότητες από τα πρώτα χρόνια μέχρι την ενηλικίωση, στα σπίτια και το οικογενειακό τους περιβάλλον, στις κοινότητές τους, στα σχολεία, στους βρεφονηπιακούς σταθμούς.

Οι ενέργειες του δασκάλου είναι αυτό που είναι κρίσιμο για τις πιθανότητες ενός παιδιού να δεχθεί την πολιτιστική και καλλιτεχνική εκπαίδευση ως ένα λογικό -ή ειλικρινά ακόμη και επαρκές- πρότυπο. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις παρατηρείται ότι η καλλιτεχνική εκπαίδευση είναι ευθύνη του δασκάλου, ωστόσο ο δάσκαλος σε μεγάλο βαθμό δεν υποστηρίζεται. Υπάρχει η αντίληψη ότι οι τέχνες στερούνται κύρους στα περισσότερα εκπαιδευτικά προγράμματα και οι δάσκαλοι των τεχνών δεν επιμορφώνονται συστηματικά. Σε χώρες που έχουν αναλάβει σοβαρά την ευθύνη για την παροχή επαρκούς καλλιτεχνικής και πολιτιστικής εκπαίδευσης, η εφαρμογή της πολιτικής υποστηρίζεται από διαρκή και εκτεταμένη επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών.

Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να ονομαστεί εκπαίδευση των τεχνών (π.χ. διδασκαλία των εικαστικών, της μουσικής, του θεάτρου κ.τ.λ.) και την εκπαίδευση μέσω των τεχνών (π.χ. η χρήση της τέχνης ως παιδαγωγικού εργαλείου σε άλλα μαθήματα, όπως η αριθμητική, ο εγγραμματισμός και η τεχνολογία). Όπου η εκπαίδευση στην τέχνη και η εκπαίδευση μέσω των τεχνών αποτελούν μέρος του πυρήνα του πρόγραμματος σπουδών με συστηματικό, υψηλής ποιότητας και στοχαστικό τρόπο, η καλλιτεχνική εκπαίδευση έχει τεκμηριωμένες επιπτώσεις στο παιδί, το περιβάλλον διδασκαλίας και μάθησης και την κοινότητα.

Σε μια Ελλάδα που κλονίζεται ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και η τήρηση και προαγωγή τους στο εκπαιδευτικό σύστημα, μετά το ξέσπασμα της κρίσης και με κορύφωμα την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού στις αρχές της δεκαετίας, με πρώτα θύματα τα παιδιά και τους νέους, υπάρχει μια ζωντανή κοινότητα ταλαντούχων και αφοσιωμένων εκπαιδευτικών, καλλιτεχνών και οργανώσεων που εργάζονται για και με παιδιά, όπως το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού Γιώργος Μόσχος, το Κέντρο Παιδαγωγικής και Καλλιτεχνικής Επιμόρφωσης «Σχεδία», οι δράσεις και τα φεστιβάλ του «Δικτύου τέχνης και δράσης - οι άνθρωποι με τα μπαλόνια» και της εικαστικού και συντονίστριας εκπαίδευσης προσφύγων Σχιστού Ελένης Καραγιάννη και το έργο στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση της παιδαγωγικής ομάδας «Το Σκασιαρχείο. Πειραματικοί ψηλαφισμοί για ένα σχολείο της κοινότητας».
Θα πρέπει να βρεθούν καινοτόμοι τρόποι εκπαίδευσης, όπως, εκπαιδευτικά εργαστήρια και εκστρατείες ευαισθητοποίησης μέσω της τέχνης. Στόχος τους θα μπορούσε να είναι η ευαισθητοποίηση των παιδιών και των νέων σχετικά με τα δικαιώματά τους καθώς και η ευαισθητοποίησή τους σχετικά με τους κινδύνους εγκατάλειψης του σχολείου, τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των παιδιών, τη μετανάστευση ανηλίκων και την εγκληματικότητα των νέων.

Δραστηριότητες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη συμμετοχή των παιδιών και των εφήβων στην υποστήριξη των δικαιωμάτων τους, μέσω της ανάπτυξης των δημιουργικών και διαλεκτικών τους δεξιοτήτων, θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα παρακάτω:

  • Εκπαιδευτικά σεμινάρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα για παιδιά και εφήβους
  • Εκπαιδευτικά σεμινάρια σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα για τα ενδιαφερόμενα μέρη (πολιτεία, κοινωνία)
  • Πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ των ενδιαφερομένων και των νέων (παιδιά και έφηβοι που παρακολουθούν εργαστήρια κατάρτισης)
  • Δημιουργικά εργαστήρια χορού, θεάτρου, ζωγραφικής για παιδιά και εφήβους
  • Δημόσιες εκδηλώσεις (εκθέσεις, φεστιβάλ, φόρουμ)
  • Πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ παιδιών και εφήβων από άλλα προγράμματα διαφορετικών χωρών
  • Συνέδρια τα οποία θα προσφέρουν ευκαιρίες σε άτομα και οργανισμούς από τους τομείς του πολιτισμού, της τέχνης, του ελεύθερου χρόνου, του παιχνιδιού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να συναντηθούν και να διερευνήσουν τον καλύτερο τρόπο συνεργασίας για να διασφαλίσουν ότι όλα τα παιδιά έχουν τις καλύτερες ευκαιρίες πρόσβασης στον πολιτισμό και το παιχνίδι.
Το παιχνίδι είναι θεμελιώδες δικαίωμα για την ανάπτυξη των παιδιών. Τα παιδιά ζητούν ευκαιρίες να παίξουν και όταν το κάνουν, είναι σημαντικό για τους ενήλικες να παρατηρήσουν τη συγκέντρωση, την εφευρετικότητα και τη χαρά που βιώνουν στον παιχνιδιάρικο κόσμο τους. Παράλληλα με τη θεμελιώδη αξία του παιχνιδιού, χιλιάδες παιδιά αναφέρουν ότι η πρόσβαση στην καλλιτεχνική και πολιτιστική τους κληρονομιά είναι ζωτικής σημασίας γι’ αυτά. Η καλλιτεχνική εκπαίδευση ενισχύει την αυτοεκτίμηση, δημιουργεί μια αίσθηση ταυτότητας και ενθαρρύνει την ενότητα και τη διαφορετικότητα. Βελτιώνει την ικανότητα του ατόμου να χειρίζεται την αλλαγή σε μια δυναμική κοινωνία και ενθαρρύνει την εκτίμηση και την κατανόηση της κληρονομιάς. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι καλλιτεχνική και πολιτιστική εκπαίδευση δεν πρέπει να θεωρούνται απλώς ως ένας τρόπος για τη μετάδοση υπάρχουσας ή προηγούμενης κληρονομιάς, αλλά το σημαντικότερο είναι να επιτρέπει στα παιδιά να δραστηριοποιούνται στη δημιουργία της μελλοντικής κληρονομιάς, του σχεδιασμού και της παραγωγής. Με αυτόν τον τρόπο, οι τέχνες αυξάνουν τη δυνατότητά τους να συνεισφέρουν στην κοινωνία αναπτύσσοντας τις επικοινωνιακές δεξιότητες και την κριτική διάθεση που τονώνει την κοινωνική ευθύνη και την πνευματική ανάπτυξη. Με τον τρόπο αυτό, οι τέχνες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μία από τις πιο πολύτιμες επενδύσεις για το μέλλον.

Η Ειρήνη Γιαννημάρα διδάσκει στην Καλών Τεχνών Αθήνας και είναι μέλος της παιδαγωγικής ομάδας «Το Σκασιαρχείο»
avgi.gr

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Η σημασία του παιχνιδιού στην ανάπτυξη του παιδιού

Το παιχνίδι αποτελεί βασικό στοιχείο της ανάπτυξης και παίζει σημαντικό ρόλο στη γνωστική, σωματική, κοινωνική και συναισθηματική εξέλιξη του παιδιού καθώς και στην ανάπτυξη του λόγου.
Σύμφωνα με τη Landy (2002, p. 215) το παιχνίδι είναι μία δραστηριότητα στην οποία το παιδί εμπλέκεται οικειοθελώς και κατά την οποία το παιδί είναι αυτό που αποφασίζει τι θα συμβεί. Τα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού είναι τα εξής:
  • Είναι ευχάριστο και διασκεδαστικό και σταματά όταν παύει πλέον να είναι ενδιαφέρον ή να ελκύει την προσοχή του παιδιού
  • Είναι αυθόρμητο. Δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Είναι η διαδικασία αυτή που έχει σημασία και όχι το τελικό αποτέλεσμα.-
  • Χαρακτηρίζεται από την ενεργή συμμετοχή των παικτών και δε γίνεται μόνο σε επίπεδο φαντασίας.
  • Το παιχνίδι εκφράζει αυτό που το παιδί σκέφτεται και αισθάνεται.  
  • Μέσω του παιχνιδιού τα παιδιά μαθαίνουν πολλές από τις δεξιότητες και τα εφόδια που χρειάζονται για να επιβιώσουν στο μέλλον. Με άλλα λόγια, το παιχνίδι δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά να εξασκήσουν, να καλλιεργήσουν και να τελειοποιήσουν τις δεξιότητές τους πριν μπουν στον κόσμο των ενηλίκων.
Ποια είναι η σημασία του παιχνιδιού στους επιμέρους τομείς της ανάπτυξης;
Αναφορικά με τη σωματική και κινητική ανάπτυξη:
  • Το παιδί μαθαίνει και γυμνάζει το σώμα του.
  • Το παιδί μαθαίνει και εξασκείται να τρέχει, να πηδά, να χοροπηδά, να σκαρφαλώνει κ.λ.π. 
Έτσι, το παιχνίδι βοηθά στη βελτίωση του κινητικού συντονισμού, στην ενδυνάμωση του μυϊκού τόνου, στην ισορροπία και στον καλύτερο έλεγχο των κινήσεων Ακόμα βοηθά στην ανάπτυξης της αδρής και λεπτής κινητικότητας μέσα από δραστηριότητες σύλληψης μικρών και μεγάλων αντικειμένων, μέσα από δραστηριότητες ζωγραφικής, χαρτοκοπτικής και μέσα από το πέταγμα και πιάσιμο αντικειμένων. Επίσης, βοηθά στην ανάπτυξη του οπτικο-κινητικού συντονισμού.

Συναισθηματική ανάπτυξη:
  • Βοηθά το παιδί να αναγνωρίσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά.
  • Επιτρέπει στο παιδί να αποκτήσει και να εξασκήσει δεξιότητες που θα το κάνουν να νιώσει ωραία για τον εαυτό του και να αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Με αυτόν τον τρόπο, καλύπτει τις ανάγκες του για εκτίμηση και διάκριση.
  • Δίνει τη δυνατότητα στο παιδί να δοκιμάσει διάφορους ρόλους και καταστάσεις βοηθώντας έτσι να αντιμετωπίσει τους φόβους του και να βιώσει την επιτυχία
  • Βοηθά το παιδί να ανακαλύψει τα όρια του εαυτού του, να ενισχύσει τον αυτοέλεγχό του και την αίσθηση της επάρκειάς του.
  • Προσφέρει χαρά, διασκέδαση και ικανοποίηση, συναισθήματα που προωθούν την καλή ψυχική υγεία
Κοινωνική ανάπτυξη:
  • Δίνει τη δυνατότητα στο παιδί να δημιουργεί φιλικές σχέσεις και να συνεργάζεται με τους άλλους.
  • Βοηθά το παιδί να αποκτήσει και να εξασκηθεί σε δεξιότητες σημαντικές για την κοινωνική του ανάπτυξη, όπως το να μοιράζεται, να περιμένει τη σειρά του, να επιλύει συγκρούσεις, να διαπραγματεύεται και να κατανοεί τα συναισθήματα των άλλων.
  • Δίνει τη δυνατότητα στο παιδί να μάθει να σέβεται τους άλλους και τον εαυτό του.
  • Προσφέρει μία μοναδική ευκαιρία εκμάθησης των κοινωνικών κανόνων και συμβάσεων που υπάρχουν στον κόσμο των ενηλίκων. Έτσι το παιδί μαθαίνει να αποδέχεται του κανόνες και να λειτουργεί με αυτούς, γεγονός που διευκολύνει την προσαρμογή του.
Γνωστική ανάπτυξη
  • Το παιχνίδι προωθεί τη νοητική ευελιξία, τη φαντασία και τη δημιουργικότητα και ενισχύει τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων.
  • Βελτιώνει την ικανότητα συγκέντρωσης και προσοχής
  • Εξασκεί και βοηθά στην ανάπτυξη του λόγου
  • Βοηθά στην κατανόηση των χρωμάτων, των σχημάτων (κ.λ.π.) και των σχέσεων μεταξύ των αντικειμένων.
Επίσης, το παιχνίδι διευκολύνει την επικοινωνία των γονέων με τα παιδιά και ενδυναμώνει τη σχέση τους. Όταν οι γονείς παρατηρούν τα παιδιά τους να παίζουν ή συμμετέχουν στο παιχνίδι τους, αποκτούν μία μοναδική ευκαιρία ώστε να καταλάβουν το πώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους. Έτσι, μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τις ανάγκες τους, τα συναισθήματά τους και τις σκέψεις τους και με αυτόν τον τρόπο να συνεργαστούν αποτελεσματικά μαζί τους και να έρθουν πιο κοντά τους.

Δώστε, λοιπόν, στα παιδιά σας ευκαιρίες για δημιουργικό παιχνίδι και ευχάριστες στιγμές!

Βιβλιογραφία
  • Bergen, D. (2002). The role of pretend play in children’s cognitive development. Early Childhood Research and Practice, Vol 4, 1, http://ecrp.uiuc.edu/v4n1/bergen.html
  • Ginsburg, K.R. (2007). The Importance of Play in Promoting Healthy Child Development and Maintaining Strong Parent-Child Bonds. Pediatrics, Vol. 119 (11), pp. 182-191.
  • Landy, S. (2002). Pathways to competence: Encouraging healthy social and emotional development in young children. Baltimore, MD: Brookes.
  • Nikolopoulou, A. (1993): Play, cognitive development, and the social world: Piaget, Vygotsky, and beyond. Human Development 36:1–23.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

Παιδί – Παιδεία – Παιχνίδι στο νηπιαγωγείο

επιμέλεια παρουσίασης
Ανδρέας Ι. Μπενάκης
εκπαιδευτικός Φυσικής Αγωγής
Ρέθυμνο 23/10/2018

Παιχνίδι ή άσκηση γενικά

Έννοια της άσκησης

  • Άσκηση είναι οποιοδήποτε είδος μυικής προσπάθειας προσχεδιασμένης έντασης, διάρκειας και συχνότητας, που εντάσσεται σ’ ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα με σκοπό τη βελτίωση ή τη διατήρηση της ευρωστίας, της υγείας ή/και της σωματικής απόδοσης.
  • Η άσκηση διακρίνεται από τη φυσική δραστηριότητα , η οποία ορίζεται ως η οποιαδήποτε μορφή μυϊκής προσπάθειας που αυξάνει την ενεργειακή δαπάνη πάνω από το επίπεδο της σωματικής ηρεμίας.
  • Ο κοινός παρονομαστής και των δυο είναι η παραγωγή ενέργειας.
Το συμβούλιο της Ευρώπης ορίζει τον όρο αθλητισμό ως:
«…όλες τις μορφές σωματικής δραστηριότητας, οι οποίες, μέσω περιστασιακής ή οργανωμένης συμμετοχής, έχουν στόχο την έκφραση ή τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης και πνευματικής υγείας, δημιουργώντας κοινωνικές σχέσεις ή επιτυγχάνοντας επιδόσεις σε αγώνες όλων των επιπέδων». 
  • Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην ανάπαυση, στο παιχνίδι και την ψυχαγωγία.
  • …………….. 

20 Νοεμβρίου: Παγκόσμια ημέρα για τα δικαιώματα του παιδιού.
Άρθρο 31 της σύμβασης για τα δικαιώματα του Παιδιού (1989)
  • Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στο παιχνίδι και τα κράτη θα πρέπει να «ενθαρρύνουν την παροχή κατάλληλων και ίσων ευκαιριών για πολιτιστικές, ψυχαγωγικές και δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου  
Άρθρο 1 του Διεθνούς καταστατικού για την αθλητική εκπ/ση και τον αθλητισμό (UNESCO 1978)
  • «Η άσκηση της αθλητικής εκπαίδευσης και του αθλητισμού αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για όλους.»

Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η υγεία ορίζεται ως η «κατάσταση της πλήρους φυσικής, πνευματικής και κοινωνικής ευεξίας, και όχι απλά ως κατάσταση απουσίας ασθενειών ή αναπηριών».

  • Το είδος της άσκησης εξαρτάται και από το ίδιο το παιδί. Η άσκηση πρέπει να είναι διασκεδαστική, να μην του προκαλεί αμηχανία, να μην έχει ανταγωνιστικό χαρακτήρα αλλά να του προσφέρει και επιβράβευση. Το παράδοξο είναι πως ενώ τα παιδιά αποτελούν την πιο δραστήρια κινητικά ομάδα μόνο μια μικρή μειονότητά τους ασκείται συστηματικά. Δυστυχώς δαπανούν πολλές ώρες μπροστά στην τηλεόραση και στις οθόνες. Έχει αποδειχθεί ότι η φυσική δραστηριότητα μειώνεται κατά την εφηβεία, ιδιαίτερα στα κορίτσια. 
  • Στο σχολείο θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα άθλησης, υπό επιτήρηση, και να υπάρχει εκπαίδευση στους μαθητές για τα οφέλη της άσκησης γενικότερα. Ασφαλείς γειτονιές, η ύπαρξη παιδότοπων, αθλητικών εγκαταστάσεων, τμημάτων παιδικής-εφηβικής ηλικίας στους αθλητικούς συλλόγους, αλλά και διαθέσιμος χρόνος από τους γονείς για τη μεταφορά των παιδιών είναι παράγοντες απαραίτητοι για την ενασχόλησή τους με τον αθλητισμό ώστε να αποκομίσουν μακροχρόνια οφέλη για τα οστά.
  • Το παιχνίδι είναι η ζωή του παιδιού, η καθημερινή του ανάγκη από την στιγμή της γέννησης του. Αποτελεί το πρώτο στάδιο μάθησης και δημιουργικής απασχόλησης.
  • Το παιδί μεγαλώνει μέσα από το παιχνίδι, αναπτύσσει καινούργιες ικανότητες, αποκτά εμπειρίες, καλλιεργεί την παρατηρητικότητα, την μνήμη και την φαντασία του και εξελίσσει την σκέψη του.
  • Στην ηλικία 2 έως 6 ετών τα παιδιά μαθαίνουν αρκετές από τις βασικές δεξιότητες, τα περισσότερα παιδιά είναι ακόμα στα πρώτα αναπτυξιακά στάδια και ένα συστηματικό πρόγραμμα άσκησης δεν συνιστάται. Αντίθετα, τα παιδιά πρέπει να προσκολληθούν σε δραστηριότητες και παιχνίδια με έμφαση στην ανάπτυξη και εξάσκηση των βασικών δεξιοτήτων, που δεν τις συνδυάζουν με περίπλοκο τρόπο. Επίσης, τα παιχνίδια πρέπει να τονίζουν τη συμμετοχή και όχι τον ανταγωνισμό, εξαιτίας του ότι η επιπρόσθετη πίεση θα αποσπάσει την προσοχή από την ανάπτυξη των δεξιοτήτων.
Φυσικές Δραστηριότητες - Αθλητισμός  
Ο Αθλητισμός ως κοινωνική δραστηριότητα προάγει τις ανθρώπινες αξίες και ως υγιής εκδήλωση αποτελεί στην σύγχρονη εποχή ουσιαστικό συστατικό :
  • εκπαιδευτικής – παιδαγωγικής
  • κοινωνικής
  • πολιτιστικής
  • οικονομικής 
  • πολιτισμικής μορφής ζωής 
  • Η φυσική δραστηριότητα είναι χρήσιμη και ευχάριστη και αυτό είναι κάτι που τα παιδιά φαίνεται να το γνωρίζουν ενστικτωδώς. Τα παιδιά έχουν την τάση να είναι σωματικά δραστήρια με φυσικότητα, όπως μπορούν να βεβαιώσουν πολλοί γονείς. Τις περισσότερες δραστηριότητες τις εκτελούν σε διακεκομμένα αλλά μάλλον έντονα διαστήματα. 
Ηλικία 2 – 6 προτείνονται δραστηριότητες όπως:
  • Παιχνίδι στο νερό - Κολύμβηση 
  • Παιχνίδια με ελαφριά μπάλα  
  • Κυνηγητό
  • Σχοινάκι
  • Κουτσό
  • Φρίσμπυ
  • Περπάτημα
  • Ποδήλατο
Στάδια της ψυχοκινητικής ανάπτυξης (ενδεικτικά). Η ψυχοκινητική ανάπτυξη είναι εξατομικευμένη


4 - 5 ΧΡΟΝΩΝ
Αδρή κινητικότητα
  • Εκτελεί πολλές κινήσεις ταυτόχρονα.
  • Ανεβοκατεβαίνει σκάλες.
  • Τρέχει γρήγορα.
  • Παίζει σχοινάκι, πατίνια.
  • Περπατά σε διάταξη.
 Λεπτή κινητικότητα 
  • Ντύνεται μόνο του (κάπως αργά). 
  • Κάνει πολύπλοκες κατασκευές με συγκεκριμένο σχέδιο.
  • Παζλ με 10 κομμάτια. 

Αντίληψη - Συμπεριφορά - Επικοινωνία
  • Ρωτάει επίμονα.
  • Παίζει μ’ ένα αντικείμενο 10 - 15 λεπτά.
  • Παιχνίδι με ρόλους.
  • Υπερβάλει και καυχιέται για τον εαυτό του.
  • Λέει μια ιστορία με τη σειρά. >
  • Μιμείται τις δραστηριότητες των ενηλίκων.
  • Ξέρει τέσσερα βασικά χρώματα.

5 - 6 ΧΡΟΝΩΝ
Αδρή κινητικότητα
  • Πηδά πάνω από σχοινί που βρίσκεται στο ύψος του γόνατος του και με τα 2 πόδια.
  • Χοροπηδά στο 1 πόδι πάνω από 5 φορές.
  • Του αρέσει να σκαρφαλώνει παντού και να περνά μέσα από τούνελ.
Λεπτή κινητικότητα
  • Χρησιμοποιεί ταυτόχρονα μαχαιροπίρουνο.
  • Ντύνεται μόνο του (ανάλογα με το είδος του ρουχισμού). 
  • Χρησιμοποιεί εργαλεία για να φτιάξει πράγματα. 
  • Αντιγράφει σωστά τετράγωνο και αργότερα τρίγωνο.
Αντίληψη - Συμπεριφορά - Επικοινωνία
  • Ομαδικά παιχνίδια.
  • Μακριές διηγήσεις.
  • Τραγουδά ολόκληρα τραγούδια.
  • Παίζει κουκλοθέατρο.
  • Συνεργάζεται σε ομάδα 3 - 6 ατόμων.
  • Μπορεί να θυμάται τη διεύθυνσή του.
  • Μιλά καθαρά, συνήθως χωρίς νηπιακούς ιδιωματισμούς.
  • Πιθανόν να μπερδεύει τα γράμματα χ, ξ, ψ.
  • Κάνει διάλογο για καθημερινές δραστηριότητες.
  Κυκλικό μοντέλο του WEITZAKER 
Οι κινητικές δεξιότητες του παιδιού που είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού.
Αναπτύσσονται επάνω στις κινητικές ικανότητες.
Οι κινητικές ικανότητες είναι απαραίτητα στοιχεία σύνθεσης της κίνησης τα οποία δεν είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού.




Σχέση συνόλου των χαρακτηριστικών  της προσωπικότητας και του παιχνιδιού.

Δεξιότητες ζωής

  • Είναι οι δεξιότητες, οι οποίες βοηθούν ένα άτομο να πετύχει στο περιβάλλον το οποίο ζεί (Danish & Nellen, 1997).
  • Ο όρος δεξιότητες ζωής, αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών, γνωστικών και  συναισθηματικών  δεξιοτήτων (Danish, 1997, UNICEF 2003).
Παραδείγματα Δεξιοτήτων Ζωής
  • Να επικοινωνούν αποτελεσματικά 
  • Να δρουν αποτελεσματικά μέσα στην ομάδα
  • Να αναγνωρίζουν τα όρια τους
  • Να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες τους
  • Να επιλύουν προβλήματα αποτελεσματικά
  • Να αποδέχονται τις αξίες και τις πεποιθήσεις των άλλων
  • Να μπορούν να αποδίδουν υπό πίεση
  • Να καθορίζουν στόχους και να ξεπερνούν τα εμπόδια για την επίτευξή τους
  • Να χειρίζονται αποτελεσματικά την επιτυχία και την αποτυχία
  • Να αποδέχονται την ευθύνη για τις πράξεις τους και την αρνητική κριτική με στόχο την βελτίωση
Λόγοι συμμετοχής των παιδιών σε κινητικές δραστηριότητες- δεξιότητες
  • Το βίωμα της χαράς και της ευεξίας
  • Η απόκτηση εμπειριών μέσω της εξερεύνησης και ανακάλυψης
  • Η έκφραση μέσω της κίνησης
  • Η εξάσκηση και η βελτίωση
  • Ο ανταγωνισμός
  • Η επιθυμία να ανήκουν σε μια ομάδα
Μαθαίνω μέσα από την κίνηση
  • Μαθαίνω για το σώμα μου 
  • Μαθαίνω να ασκούμαι 
  • Μαθαίνω τα αθλήματα
Με την τακτική κίνηση - άσκηση και τις φυσικές δραστηριότητες: 
  • ενισχύουμε την υγείας μας, 
  • βελτιώνουμε την στάση του σώματος μας, 
  • δυναμώνουμε τα οστά μας, 
  • νοιώθουμε καλύτερα 
  • και απολαμβάνουμε περισσότερο τη ζωή μας.
Έρευνες αποκαλύπτουν ότι ο μαθητής/μαθήτρια μαθαίνει με
  • 10% από ό,τι διαβάζει
  • 20% από ό,τι ακούει
  • 30% από ό,τι βλέπει
  • 50% από ό,τι βλέπει και ακούει
  • 70% από ό,τι συζητά
  • 80% από ό,τι βιώνει
  • 95% από ό,τι διδάσκει το ίδιο… (Ekwall and Shawley, 1988)
Βασικές αρχές προσέγγισης
Με απλά λόγια θα ήθελα να αναφέρω ότι η εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει να τηρεί τις παρακάτω βασικές αρχές:
  1. Από το εύκολο στο δύσκολο. 
  2. Από το γνωστό στο άγνωστο.
  3. Από το απλό στο σύνθετο.
  4. Από το γενικό στο ειδικό.
  5. Από το λίγο στο πολύ.
Πως μαθαίνω μέσα από την κίνηση;
  1. Μαθαίνω για το σώμα μου:
  2. Κατακτώντας την αντίληψη του χώρου , που είναι η ικανότητα του ατόμου να προσανατολίζεται ή να αντιλαμβάνεται το σώμα του στο χώρο ή να διαπιστώνει τις σχέσεις του σώματος του με το χώρο.
  3. Κατακτώντας την αφηρημένη έννοια του χρόνου. Χρόνος είναι η διάρκεια η οποία γίνεται αντιληπτή με τη διαδοχή στο χώρο των γεγονότων τα οποία δημιουργούν την πραγματικότητα που αντανακλάται στη συνείδηση του ανθρώπου.
  4. Κατακτώντας την δυναμική , που είναι η ενέργεια της κίνησης και το βασικό μέσο έκφρασης των συναισθημάτων. Είναι η μόνη ενέργεια όπου η φυσική κίνηση χρησιμοποιείται ως προσωπική έκφραση.
Πως μαθαίνω μέσα από την κίνηση;
  • Με αγάπη για την κίνηση. 
  • Με παρουσία σε κινητικές δράσεις.
  • Με συμμετοχή σε κινητικές δράσεις.
  • Με προσπάθεια την ώρα της δράσης.
  • Με αυτοαξιολόγηση της συμμετοχής και της προσπάθειας.
Η συμμετοχή σε κινητικές δραστηριότητες είναι η επιβράβευση των προσπαθειών του παιδιού.





Γιατί τα παιδιά σήμερα δεν κινούνται αρκετά;

  • Ο σύγχρονος τρόπος ζωής περιορίζει τις κινητικές δραστηριότητες των παιδιών λόγω έλλειψης χώρου και χρόνου.
  • Το κινητικό παιχνίδι ανέκαθεν αποτελούσε μέσον διοχέτευσης της ενέργειας των παιδιών, εκτόνωσης, κοινωνικοποίησης και μάθησης. 
  • Τα παιχνίδια στις αλάνες έχουν αντικατασταθεί με παιχνίδια σε υπολογιστές και με παρακολούθηση τηλεόρασης.  
  • Όλες αυτές οι αλλαγές οδηγούν στην αύξηση της υποκινητικότητας των παιδιών, στις κακές διατροφικές συνήθειες και στην παχυσαρκία.

Πόση φυσική δραστηριότητα είναι αναγκαία;  

  • Τα παιδιά θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον 30΄ λεπτά την ημέρα φυσική δραστηριότητα μέτριας και υψηλής έντασης.
  • Η φυσική δραστηριότητα μπορεί να γίνεται τμηματικά κατά τη διάρκεια της ημέρας.
  • Η μείωση του χρόνου τηλεθέασης ή έκθεση σε ηλεκτρονικά μέσα θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό στόχο.
  • Οι δυσμενείς επιδράσεις της υποκινητικότητας και της κακής διατροφής εγκαθίστανται στον οργανισμό από την παιδική ηλικία.
  • Η παχυσαρκία και η αντίσταση των ιστών στην ινσουλίνη φαίνεται να αποτελούν το υπόβαθρο των νοσημάτων φθοράς, τα κλινικά συμπτώματα των οποίων εμφανίζονται στην ενηλικίωση
  • Η αύξηση στο σωματικό βάρος οφείλεται στη μακρόχρονη ανισορροπία μεταξύ ενεργειακής πρόσληψης και ενεργειακής δαπάνης
  • Η υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής με περισσότερη φυσική δραστηριότητα και καλύτερη διατροφή βοηθούν στον έλεγχο του σωματικού βάρους
  • Η σωματική άσκηση και η αυξημένη ευρωστία φαίνεται ότι εξασφαλίζουν ευεργετήματα στον οργανισμό ακόμη κι όταν δεν αλλάζει το σωματικό βάρος.

Διατροφικές οδηγίες για παιδιά  

  • Η συνολική πρόσληψη ενέργειας θα πρέπει να πλησιάζει την ημερήσια σύσταση • Το καθημερινό διαιτολόγιο θα πρέπει να περιλαμβάνει θερμίδες από υδατάνθρακες (5060%), λίπος (25-35%) και πρωτεϊνες (10-15%)
  • Τα παιδιά θα πρέπει να έχουν μία ισορροπημένη διατροφή που θα περιλαμβάνει ποικιλία τροφίμων από όλες τις κατηγορίες
  • Οι τροφές καλό είναι να κατανέμονται σε μικρά και συχνά γεύματα
  • Τα παιδιά θα πρέπει να περιορίσουν την κατανάλωση κορεσμένων λιπών, γλυκισμάτων και να αυξήσουν την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών
Να θυμάστε!
     
Δεν επιτρέπεται η αυστηρή δίαιτα στα παιδιά και στους εφήβους

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αυξημένη φυσική δραστηριότητα και η καλή διατροφή στην παιδική ηλικία δεν είναι πολυτέλεια αλλά ανάγκη στην εποχής μας!
«Τα παιδιά είναι πολύ σημαντικά πλάσματα για μας. Αξίζουν να τα προστατέψουμε και να τα υποστηρίξουμε καθώς μεγαλώνουν. Μπορεί να ζουν στο παρόν αλλά ανήκουν στο μέλλον.»
Τζεμίνα Καν 
Ειδική εκπρόσωπος της UNICEF
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.