Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

“ΣΩΠΑ ΔΑΣΚΑΛΕ!” θεατρικό έργο για γιορτή αποφοίτων βασισμένο σε κείμενα Καζαντζάκη, Βιζυηνού, Λουντέμη, Χρηστοβασίλη, Αλεξίου, Βάρναλη.΄

Το έργο είναι κατάλληλο για γιορτή αποφοίτων στο τέλος της χρονιάς. Επειδή έχει πολλούς ρόλους μπορούν να το ανεβάσουν και τα δύο (ή τρία) τμήματα της έκτης τάξης.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Στη σημερινή γιορτή θα κάνουμε ένα νοερό ταξίδι, μια περιήγηση στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας και θα δούμε τι έγραψαν για τα σχολεία της παιδικής τους ηλικίας μεγάλοι Έλληνες λογοτέχνες του 19ου και 20ου αιώνα. Θα αρχίσουμε από το Νίκο Καζαντζάκη και το βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο».

ΦΙΛΟΣ 1: Για πες μας, Νίκο, τι θυμάσαι από τα σχολικά σου χρόνια;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Όταν γίνηκα πέντε χρονών με πήγαν σε μια δασκάλα να με μάθει να γράφω στην πλάκα γιώτες και κουλούρες, να μάθω να ζωγραφίζω, σαν θα μεγαλώσω, τα γράμματα της αλφαβήτας. Ήταν μια αγαθή γυναικούλα, κυρα-Αρετή την έλεγαν, κοντή, παχουλή, με μια κρεατοελιά, δεξιά στο πιγούνι. Μου οδηγούσε το χέρι, μύριζε καφέ η ανάσα της και μου έδειχνε πώς να κρατώ το κοντύλι και να κυβερνώ τα δάχτυλά μου.
ΦΙΛΟΣ 2: Φαντάζομαι πως δε θα την ήθελες για δασκάλα σου…
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Στην αρχή δεν την ήθελα, δεν μου άρεσε η ανάσα της, μα σιγά σιγά, δεν ξέρω πώς, άρχισε να αλλάζει, να φεύγει η κρεατοελιά, να λιγνεύει και να ομορφαίνει το πλαδαρό κορμί της.
ΦΙΛΟΣ 1: Σιγά σιγά θα μας πεις πως έγινε και όμορφη.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Σχεδόν. Ύστερα από λίγες εβδομάδες, έγινε ένας άγγελος, λιγνός με κάτασπρο χιτώνα.
ΦΙΛΟΣ 2: Την ξαναείδες ποτέ αυτή τη δασκάλα σου;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Διάβηκαν τα χρόνια, ξενιτεύτηκα, γύρισα πάλι στην Κρήτη. Πέρασα από το σπίτι της δασκάλας μου. Στο κατώφλι κάθονταν στον ήλιο και λιάζονταν μια γριούλα. Τη γνώρισα από την κρεατοελιά στο πιγούνι. Τη ζύγωσα της έδωκα γνώρα. Άρχισε να κλαίει από τη χαρά της. Και μια στιγμή, δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα: -Κυρά Αρετή της είπα, φορούσες ποτέ άσπρο χιτώνα;
ΦΙΛΟΣ 1: Και τι σου απάντησε;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Μνήστιτι μου κύριε, ξεφώνισε η κακόμοιρη κι έκανε το σταυρό της. Εγώ άσπρο χιτώνα, παιδί μου. Και κίνησαν τα μάτια της να τρέχουν.
ΦΙΛΟΣ 1: Κι όταν πήγες στο δημοτικό τι έγινε;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Θυμάμαι πως ένιωθα μέσα μου περηφάνια και φόβο. Το χέρι μου ήταν σφηνωμένο στη φούχτα το πατέρα μου. Μπήκαμε σ’ ένα παλιό κτήριο, με μια φαρδιά αυλή κι ένα πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.
ΦΙΛΟΣ 2: Μετά ο πατέρας σου σ’ άφησε;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα. Ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. 
-Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.
ΦΙΛΟΣ 1: Κι ο δάσκαλος πότε εμφανίστηκε;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι. Κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο. -Ετούτος είναι ο γιος μου, του ‘πε ο πατέρας μου. Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε στο δάσκαλο.
ΦΙΛΟΣ 2: Κατάλαβα. Από τον αυστηρό σου πατέρα σε αυστηρό δάσκαλο.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Το κρέας δικό σου, του ‘πε, τα κόκαλα δικά μου. Μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάνε τον άνθρωπο. 
-Έγνοια σου,  καπετάν Μιχάλη. Έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.
(σ.σ. Στο βιβλίο του Καζαντζάκη το κείμενο είναι μονόλογος. Όμως για τις ανάγκες του θεατρικού διασκευάστηκε εδώ σε διάλογο. Πάντως τα λόγια του Καζαντζάκη δεν έχουν αλλάξει από το πρωτότυπο κείμενο)


ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Τα ξύλο ήταν κάτι συνηθισμένο στα σχολεία εκείνης της εποχής. Ας δούμε πώς περιγράφει τα μαθητικά του χρόνια ο Χρήστος Χρηστοβασίλης στο βιβλίο «Διηγήματα του Μικρού Σκολειού».
ΧΡΗΣΤΟΣ: Επιτέλους, ήρθε ο Απρίλης και τώρα το σκολειό μας θα είναι κάτω από τα δέντρα.
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: Ναι, βαρέθηκα όλο το χειμώνα που κάναμε μάθημα μέσα στο νάρθηκα της εκκλησιάς.
ΓΙΑΝΝΗΣ: Χρήστο, τι έγινε η αδελφή σου. Γιατί δεν έρχεται πια σκολειό;
ΧΡΗΣΤΟΣ: Τη σταμάτησε η μάνα μου γιατί βούηξαν όλα τα γύρω χωριά πως η θυγατέρα του άρχοντα του Σουλίου πηγαίνει σκολειό κι η μάνα μου φοβήθηκε το κακό μάτι, μη βασκαθεί κι αρρωστήσει η αδελφή μου. Γι’ αυτό τη σταμάτησε.
Εμφανίζεται ο δάσκαλος. Οι μαθητές κάθονται στις καρέκλες τους.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λέγε, Χρήστο. Έμαθες το μάθημά σου;
ΧΡΗΣΤΟΣ: α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, κ, λ, μ, ν, ξ,…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Αρκετά, αρκετά… Για λέγε, Αναστάση, εσύ, τα έμαθες;
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: Μάλιστα, κυρ δάσκαλε, α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, κ, λ,…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Για συνέχισε, Γιάννη.
ΓΙΑΝΝΗΣ: μ, ν, ξ, ο, π, ρ, σ, τ, υ, φ, χ, ψ, ω.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μάλιστα, διαβασμένος είσαι κι εσύ. Για να δω τα χέρια σου, είναι καθαρά;
Ο Γιάννης του δείχνει τα χέρια.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Γιατί είναι κόκκινα;
ΓΙΑΝΝΗΣ: Απ’ την βαφή των αυγών της πασχαλιάς, κυρ δάσκαλε;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Κι ακόμα δεν έφυγε η μπογιά; Για άπλωσε τα χέρια σου, Γιάννη.
(ο δάσκαλος τον χτυπάει τρεις τέσσερις φορές στο χέρι)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μα τι πάθατε όλοι σήμερα και είστε καλά διαβασμένοι. Για λέγε, Γιώργο, να σ’ εξετάσω κι εσένα.
ΓΙΩΡΓΟΣ: (τρέμοντας) Άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα, έψιλον, ζήτα, κάπα…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μετά το ζήτα ποιο είναι;
ΓΙΩΡΓΟΣ: Θήτα…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Κατόπι από το ζήτα μωρέ, ποιο έρχεται;
ΓΙΩΡΓΟΣ: Ρω!
Ο δάσκαλος σηκώνεται, αρπάζει το Γιώργο από το αυτί κι αρχίζει να τον δέρνει αλύπητα, σπάζοντας τις βέργες τη μία πίσω από την άλλη.
Εκείνη τη στιγμή περνάει  ένας γέροντας του χωριού, ο Λώλης
ΛΩΛΗΣ: Να, δάσκαλος μια φορά! Αυτός είναι δάσκαλος κι όχι ο Δημήτρης ο Πάσκος στην Κρετσούνιστα, που παίζει το πηδηχτό με τα μαθητούρια του! Ακούς εκεί, δάσκαλος να παίζει με τα παιδιά! Δεν θέλουν αέρα τα παιδιά. Θέλουν ξύλο κι αγριοσύνη! Το ξύλο μαθαίνει τα παιδιά γράμματα και γνώση γιατί είναι βγαλμένο απ’ τον Παράδεισο.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Δεν ήταν κακός άνθρωπος ο γέροντας του χωριού, ο Λώλης. Απλώς πίστευε κι αυτός, όπως όλοι εκείνα τα χρόνια, ότι μόνο με το ξύλο μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Δεν είχαν μόνο το ξύλο σαν εχθρό εκείνο τον καιρό οι μαθητές. Υπήρχε και η γλώσσα του σχολείου, η καθαρεύουσα που ήταν ακαταλαβίστικη για τους μαθητές. Διηγείται ο Κώστας Βάρναλης τι έπαθε όταν προσπάθησε να διδάξει στη δημοτική γλώσσα, δηλαδή στην απλή γλώσσα του λαού.

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ήμουν καθηγητής στα Μέγαρα και κάποια χρονιά στην Γ΄ Ελληνικού που είχα πολλά καλά παιδιά, τους δίδαξα ολάκερο τον «Εθνικό Ύμνο» του Σολωμού, που δεν τον είχε το πρόγραμμα. Βρέθηκε αμέσως ο «επιστήμονας» του χωριού να με καταγγείλει στο υπουργείο ότι υπονομεύω την αθάνατη ημών γλώσσαν, επειδή δίδαξα τον Εθνικό Ύμνο! Πού να το φανταζόταν ο Σολωμός ότι ο Ύμνος του θα μπορούσε να θεωρηθεί εθνική προδοσία. Και το υπουργείο με κάλεσε σε απολογία!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Και βέβαια το μυαλό των παιδιών τότε όπως και τώρα ήταν συνήθως στην αυλή και στο παιχνίδι. Κι ας πάσχιζε ο δάσκαλος να κάνει τους μαθητές του να προσέξουν. Ενδιαφέρον έχει η παρακάτω σκηνή που διηγείται ο Καζαντζάκης. Ο δάσκαλος ονομάζεται Περίανδρος Κρασάκης. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια, τ’ αυτιά, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας άνθρωποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λοιπόν, τώρα θα κάνουμε γραμματική. Θα πούμε ποιες λέξεις δασύνονται. Είναι πρώτα πρώτα όλες οι λέξεις αρχόμεναι από…
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Από υ, κύριε. Όπως υγεία, ύδωρ…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Δεν γνωρίζεις άλλες;
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Να πω εγώ, δάσκαλε;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λέγε, Μανολιό.
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: υιός, ηγεμών.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μανολιό το ηγεμών αρχίζει από η, όχι από ύψιλον.
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Συγγνώμη, κύριε, το ξέχασα.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μα δε με προσέχετε όταν σας εξηγώ τη γραμματική.
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Κύριε, από υ είναι και το υπερήφανος.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σωστά, λέγε Σήφη, ποιες από τις αντωνυμίες δασύνονται;
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Οι δεικτικές, ούτος, αύτη…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι μόνο oι δεικτικές, Σήφη, είναι επίσης οι αόριστες, μα χθες δεν τα λέγαμε; Γιατί δε με προσέχατε;
ΜΑΘΗΤΗΣ1: Σας προσέχαμε, κύριε…
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Αλλά ήταν λίγο δύσκολα…
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Μήπως αν μας δίνατε λίγο χρόνο…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τι να σας δώσω χρόνο, αφού ο νους σας είναι έξω στο παιχνίδι και στον πετροπόλεμο.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Νομίζω, κύριε, τις θυμήθηκα.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λέγε, Γιώργη.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Είναι και οι αναφορικές, όστις, ήτις, ό,τι…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μόνο αυτές θυμάσαι; Νομίζω πως επειδή δε σας δέρνω όπως οι άλλοι δάσκαλοι, δε μου δίνετε καμία σημασία. Λοιπόν θα σας τα ξαναπώ να τα βάλετε καλά στο μυαλό σας.
(οι μαθητές δυσανασχετούν)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Να μην ακούω γκρίνια. Θα μάθετε καλά τη γραμματική και μετά θα πάτε για παιχνίδι. Δε θα φύγει από εδώ κανείς αν δε μάθει πώς τονίζονται οι λέξεις. Επαναλαμβάνετε μετά από εμένα. Από τα επιρρήματα δασύνονται: άπαξ, εκάστοτε, εξής, ήκιστα…
 (Όλοι οι μαθητές επαναλαμβάνουν)
ΜΑΘΗΤΕΣ: Από τα επιρρήματα δασύνονται: άπαξ, εκάστοτε, εξής, ήκιστα…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: …ο οποίος, όσος, οπόσος…
 (Ακούγεται ένα πουλί να κελαηδάει. Τα παιδιά δεν απαντούν)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Γιατί δε μιλάτε; Επαναλαμβάνω, ο οποίος, όσος, οπόσος…
(Ακούγεται πάλι το πουλί)
ΜΑΘΗΤΗΣ 5: Σώπα, δάσκαλε. Σώπα, ν’ ακούσουμε το πουλί!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Κουνάει απελπισμένος το κεφάλι του) Έξω όλοι για διάλειμμα. Εσείς δεν είστε για γράμματα. Μόνο για πετροπόλεμο είστε. Άντε, πάτε να σπάσετε τα κεφάλια σας, μήπως καταφέρω να σας βάλω μέσα τη γραμματική.
Τα παιδιά φεύγουν χαρούμενα 
(σ.σ. το κομμάτι της διδασκαλίας της γραμματικής αποτελεί ελεύθερη διασκευή και στηρίζεται στο παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Καζαντζάκη «Αναφορά στον Γκρέκο»:
Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο).


ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Πολλά βάσανα πέρασε στο σχολείο του χωριού του ο Γεώργιος Βιζυηνός γιατί είχε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τη στριφνή καθαρεύουσα μα και τη στενοκεφαλιά του δασκάλου του. Αυτά τα βάσανα διηγείται στο διήγημά του «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα»
Ο νέος δάσκαλος του χωριού μπαίνει για πρώτη φορά στην τάξη και ανοίγει τον κατάλογο.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Κουνάει το κεφάλι του) Μα ποιος έγραψε αυτόν τον κατάλογο;
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Ο παλιός δάσκαλος, κύριε.
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Μα τι έχει ο κατάλογος;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τα ονόματά σας είναι όλα γραμμένα λάθος. Εσένα, για παράδειγμα, πώς σε λένε;
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Θόδωρο Μπεράτογλου.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, βρε χαϊβάνι, Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Εσένα πως σε λεν;
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Δημήτρη Ντερμιτζόγλου.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, βρε, χαϊβάνι, Δημοσθένη Ντερμιτζόγλου. Εσένα, εκεί πίσω, πώς σε λένε;
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Εγώ είμαι ο Γιώργης.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ποιος Γιώργης, βρε. Γοργίας, είναι τ’ όνομά σου.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Γοργίας; Μα Γιώργη με λένε. Το Γιωργί του χωριού.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σκάσε, χαϊβάνι. Γοργία, σε λένε. Ακούστε όλοι προσεκτικά. Είμαι ο καινούριος σας διδάσκαλος και θέλω να ομιλείτε σωστά. Θέλω επίσης να είστε επιμελείς μαθητές και να προσέχετε εις το μάθημα. Να μην αντιληφθώ ότι κοιτάζετε έξω, προς τη μηλέα του σχολείου.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Ποια είναι η μηλέα, κύριε;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Δεν ξέρεις τη μηλέα, Γοργία; Αυτό το δένδρο που βρίσκεται έξω είναι η μηλέα.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Όχι, κυρ δάσκαλε, δεν το ξέρεις καλά. Αυτό δεν είναι μηλέα, αλλά μηλιά.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τι είπες αναιδέστατε. Εγώ δεν γνωρίζω καλά ποία δένδρα φύονται στην ελληνική ύπαιθρο;
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Μα αφού αυτό το δέντρο είναι μηλιά!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σκάσε. Μηλέα είναι. Έτσι είναι το σωστό της όνομα.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Μα κυρ δάσκαλε, αυτό είναι το ίδιο δέντρο που έχουμε στον κήπο μας, κάνει τα ίδια άνθη, έχει τα ίδια φύλλα, τους ίδιους καρπούς, δεν μπορεί παρά να είναι μηλιά, όπως η δική μας.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Θα σταματήσεις ή θα σε ραπίσω.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Το ξέρω από μικρός, μου το έμαθε η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σήκω επάνω και πλησίασε αμέσως.
Ο μαθητής σηκώνεται και πλησιάζει το δάσκαλο.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Πες πως λένε μηλέα αυτό το δέντρο.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! Αυτό ‘ν μηλιά!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τι είπες; Τολμάς να μου αντιμιλάς; Δώσε μου το χέρι σου.
Ο μαθητής απλώνει το χέρι.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ε, να λοιπόν. (Του δίνει μία με το χάρακα)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Επιμένεις; Δεν είναι μηλέα αυτό το δένδρο;
ΜΑΘΗΤΗΣ: Επιμένω. Μηλιά είναι.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Έτσι θες, χαϊβάνι. Τώρα θα σου δείξω εγώ. Πάρε κι άλλη λοιπόν. Τεσσαράκοντα παρά μίαν θα σου δώσω μέχρι να μάθεις πως αυτό το δένδρο είναι μηλέα και όχι μηλιά. Μ’ ακούς; Τεσσαράκοντα παρά μίαν.


ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Τελικά ο Γεώργιος Βιζυηνός αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με το δάσκαλό του, χωρίς όμως να προδώσει τη μηλιά του κήπου του. Και να πώς. Κατέληξε στο εξής συμπέρασμα. Η μηλιά του σχολείου είναι μηλέα, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί ο δάσκαλος δέρνει. Όμως η μηλιά του κήπου του, αυτή ναι είναι μηλιά, γιατί είναι μηλιά!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Δεν πήγαιναν τότε όλα τα παιδιά σχολείο. Υπήρχαν αρκετά που έχασαν την ευκαιρία της μόρφωσης κυρίως γιατί έπρεπε να δουλεύουν. Ένα από αυτά τα παιδιά, ο Μέλιος, είναι ο ήρωας του βιβλίου του Μενέλαου Λουντέμη «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα».
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Ο Μέλιος είναι ένα παιδί που δουλεύει και δεν μπορεί να πάει σχολείο. Όμως με δικά του χρήματα αγοράζει βιβλία και τα διαβάζει κι ύστερα διηγείται τις ιστορίες. Το ‘μαθε ο δάσκαλος του χωριού και τον φωνάζει στο σχολείο.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Εσύ, είσαι που λες τα παραμύθια;
ΜΕΛΙΟΣ: Δε φταίω εγώ…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Και ποιος σου είπε ότι φταις; Γιατί όμως δεν έρχεσαι στο σκολειό να γράψουμε και να μάθεις γράμματα του σκολειού; Ε; Δεν τ’ αγαπάς;
ΜΕΛΙΟΣ: Αν τ’ αγαπάω, δάσκαλε; Μα υπάρχουν πιο γλυκά γράμματα; Πώς όμως να τα μάθω;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Να έρχεσαι εδώ, στην τάξη μου.
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν μπορώ, δάσκαλε. Εγώ μαθαίνω γράμματα του ποδαριού, γράμματα της τρεχάλας. Μαζί με τα δαμάλια. Να βοσκάνε εκείνα γρασίδι κι εγώ να διαβάζω.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Πρέπει όμως να έρχεσαι στο σκολειό.
ΜΕΛΙΟΣ: Όμως τα σκολειά σ’ αυτό τον κόσμο είναι όλα σκολειά της μέρας. Ανοίγουνε τις πόρτες τους μαζί με τα μαντριά. Τι να κάνω; (Βγάζει από την τσέπη του ένα μαντήλι γεμάτο με κέρματα και το αφήνει στην έδρα).
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τι είναι αυτό;
ΜΕΛΙΟΣ: Χρήματα, δάσκαλε. Τα κέρδισα με τη δουλειά μου…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Και γιατί τ’ αφήνεις εδώ;
ΜΕΛΙΟΣ: (Με δισταγμό) Μπορώ να έρχομαι στο σπίτι σου, δάσκαλε, το απόγευμα να μου μαθαίνεις γράμματα του σκολειού;
(Ο δάσκαλος βάζει το χέρι του στο μάτι για να διώξει ένα σκουπιδάκι) 
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Συγκινημένος) Λοιπόν… (η φωνή του είναι κάπως αλλιώτικη) Πάρε τα χρήματά σου κι αύριο που θα παχνίσεις τα δαμάλια σου, έλα…
ΜΕΛΙΟΣ: (Ενθουσιασμένος) Να πάρω πλακοκόντυλο, δάσκαλε; Να πάρω χαρτιά, μολύβια;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, όχι, καλό μου παιδί… Πώς είναι το όνομά σου;
ΜΕΛΙΟΣ: Μέλιος…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, Μέλιο…
(Το παιδί φεύγει τρέχοντας – ο δάσκαλος φωνάζει)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μέλιο, τα χρήματά σου!
Όμως ο Μέλιος έχει ήδη φύγει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Από το άλλο βράδυ άρχισε ο Μέλιος να πηγαίνει. Σαν συγύριζε τα βόδια και τα πότιζε και τα πάχνιζε, έχυνε στο κεφάλι του ένα μαστραπά νερό, σφουγγαριζότανε, έχωνε στον κόρφο του τα χαρτιά του και κλεφτά τρύπωνε στο σπίτι του δασκάλου. Το ‘χανε συμφωνήσει οι δυο τους να μη μαθευτεί το μυστικό τους πουθενά. Όμως ένα βράδυ ο Μέλιος έπεσε πάνω στο θείο του.
ΘΕΙΟΣ: Έλα, εδώ. Για ζύγωσε. Πού τριγυρίζεις νυχτιάτικα;
ΜΕΛΙΟΣ: Να… πήγαινα…
ΘΕΙΟΣ: Κι αφήνεις και την πόρτα του αχουριού ανοιχτή. Γιατί ;
ΜΕΛΙΟΣ: Για να μην κάνω σαματά και ξυπνάτε.
ΘΕΙΟΣ: Κι αν μας κλέψουν τα ζα; Τι θα γίνει, μου λες;
ΜΕΛΙΟΣ: Θα τα πληρώσω εγώ.
ΘΕΙΟΣ: Εσύ; Να ένας πλούσιος. Και με τι θα τα πλερώσεις;
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν τα κλέβουνε…
ΘΕΙΟΣ: Και πώς το ξέρεις εσύ; Συμπεθεριά με τους αλογοσούρτηδες έχεις; Μ’ αυτούς ρεμπελεύεις;
ΜΕΛΙΟΣ: Όχι, όχι, δεν πάω μ’ αυτούς.
ΘΕΙΟΣ: Ε, τότε πού στον αγύριστο πας;
ΜΕΛΙΟΣ: Στο σκολειό.
ΘΕΙΟΣ: Στο σκολειό! Να τα! Και καλά, βρε κουτάβι, δεν μπορούνε να κάνουνε τα γράμματα δίχως τη μούρη σου; Λοιπόν, άκου τώρα. Λίγα λόγια. Απ’ αύριο κόβεις. Ή ζευγάς ζευγάς ή παπάς παπάς. Για γελαδάρη σε πήρα, όχι για γραμματικό. Άντε πέσε να κοιμηθείς τώρα κι αύριο έχεις δουλειά. Καις και το λάδι.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Το παιδί έσβησε το λυχνάρι, έπεσε στ’ άχερα και τα μούσκευε ως το πρωί. Απ’ την άλλη μέρα τα ‘κοψε όλλα.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Πέταξε τα βιβλία μέσα στην κοπριά και δεν τα ξανασήκωσε πια. Το πήρε απόφαση. Αυτό ήταν το γραφτό του. Να κάνει χωριό με τα δαμάλια…
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Μα γελάστηκε. Την τρίτη μέρα, καθώς γύριζε απ’ τη βοσκή, τον σταμάτησε ο δάσκαλος.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τα ’μαθα, κακόμοιρό μου. Μα δε θα σ’ αφήσω να χαθείς. Θα σου δίνω εγώ ό,τι βιβλίο χρειάζεσαι. Να διαβάσεις μέχρι να περάσεις όλες τις τάξεις. Κι άμα βγάλεις το Δημοτικό κι έχεις κουράγιο και για το Γυμνάσιο, τράβα και μη φοβάσαι τον αφέντη σου.
ΜΕΛΙΟΣ: Ευχαριστώ, δάσκαλε…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Βγάζει από την τσέπη του το μαντήλι με τα χρήματα). Και κάτι άλλο θέλω να σου πω. Πάρε τα χρήματά σου πίσω. Εκεί στην πόλη που θα πας, στο Γυμνάσιο, θα χρειαστείς χαρτζιλίκι…
ΜΕΛΙΟΣ: Μα θα τα καταφέρω δάσκαλε; Πώς το ξέρεις;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Το ξέρω, είμαι σίγουρος. Άκου λοιπόν. Η ζωή εκεί είναι δύσκολη. Θα θέλεις για νοίκι, για φαϊ, για τετράδια. Παρ’ τα, σε παρακαλώ.
ΜΕΛΙΟΣ: Ευχαριστώ.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Ο Μέλιος τα κατάφερε τελικά κι έφτασε να δώσει εξετάσεις στο Γυμνάσιο.
( Μπαίνει στην άδεια αίθουσα που βρίσκεται μόνο ένας καθηγητής).
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Ήρθες για τις εξετάσεις.
ΜΕΛΙΟΣ: Μάλιστα.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Πού είναι οι κηδεμόνες σου;
ΜΕΛΙΟΣ: Πουθενά …
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Τότε … ποιοι σε φροντίζουν;
ΜΕΛΙΟΣ: Εγώ.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Και τα γράμματα ποιοι σου τά ’μαθαν;
ΜΕΛΙΟΣ: Εγώ …
Ο  καθηγητής πηγαίνει στην έδρα, παίρνει ένα φύλλο και το δίνει στο Μέλιο.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Αυτά είναι τα «ερωτήματα». Καθαρόγραψέ τα ένα ένα στην κόλλα σου κι από κάτω δώσε τις απαντήσεις.
Ο καθηγητής κάθεται στην έδρα και διαβάζει ένα βιβλίο. Ο Μέλιος αρχίζει να γράφει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Ας αφήσουμε όμως το Μέλιο να γράψει με την ησυχία του κι ας θυμηθούμε τις εμπειρίες της Έλλης Αλεξίου, η οποία σε νεαρή ηλικία υπηρέτησε δασκάλα στο Γ΄ Παρθεναγωγείο Ηρακλείου στις αρχές της δεκαετίας του 1910.
(Καθώς η σκηνή εκτυλίσσεται, ο Μέλιος συνεχίσει να γράφει σε ένα θρανίο)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Δεσποινίς Αλεξίου, ήρθαν όλα τα κορίτσια με τις καινούριες ποδιές για την παρέλαση;
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ: Μάλιστα, κυρία, κάποια κορίτσια ήρθαν. Όμως κάποια άλλα…
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Όσα κορίτσια δεν έραψαν ποδιά δε θα συμμετάσχουν στην παρέλαση. Είναι η γιορτή του Αγίου Μηνά και πρέπει το σχολείο μας να δώσει «αρίστη εντύπωση».
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ: Μα δεν έχουν όλα τα κορίτσια χρήματα για ποδιά.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Δε μ’ ενδιαφέρει. Δεσποινίς Αλεξίου, δεν είμαστε φιλανθρωπικό ίδρυμα. Είμαστε το Γ΄ Παρθεναγωγείο Ηρακλείου. Πρέπει να το καταλάβετε επιτέλους.
(έρχονται τα κορίτσια, άλλα φορούν ποδιές και άλλα όχι).
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: (Φωνάζει δυνατά) Όσα από τα κορίτσια δε φορούν τη στολή της παρέλασης, δηλαδή την μπλε ποδιά, να φύγουν. Να μείνουν μόνο όσες φορούν τις μπλε ποδιές.
ΜΑΘΗΤΡΙΑ 1: Να μείνω εγώ κυρία που φορώ μαύρη μπέρτα και δεν ξεχωρίζω;
ΜΑΘΗΤΡΙΑ 2: Να μείνω κι εγώ που μου την αγόρασε ο πατέρας μου μα δεν πρόλαβε η μητέρα μου να την ράψει;
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Δεν κάνουμε καμία εξαίρεση. Αν κρατήσουμε εσένα, θα πρέπει να κρατήσουμε και την άλλη, και την άλλη…
ΜΑΘΗΤΡΙΑ 1: Μα κυρία με τη μαύρη μπέρτα δε θα φαίνεται πως δε φοράω ποδιά.
ΜΑΘΗΤΡΙΑ 2: Σας ορκίζομαι κυρία, μου την αγόρασε ο πατέρας μου, αλλά…
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Σιωπή, κορίτσια. Περάστε γρήγορα έξω. Επίσης να περάσουν έξω όσες μαθήτριες φορούν ποδιά αλλά δεν έχουν παπούτσια.
(Οι μαθήτριες χωρίς ποδιά αποχωρούν παραπονεμένες. Οι υπόλοιπες κάνουν γραμμή και φεύγουν για την παρέλαση. Μένει μόνη στη σκηνή η Έλλη Αλεξίου)
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ: Η παρέλαση πήγε περίφημα. Το σχολείο μας ειδικά ήταν απ’ τα καλύτερα. Όλος ο κόσμος χειροκρότησε τις μαθήτριές μας με ενθουσιασμό. Όμως κανείς δεν πρόσεξε, εκεί στη γωνιά του δρόμου, κολλητά στον τοίχο, κάποια κορίτσια που στέκονταν παραπονεμένα, κοκκινισμένα απ’ το κλάμα. Κανείς δεν τα χειροκρότησε, κανείς δεν τα έδωσε σημασία. Ανάμεσά τους ήταν και η Γεωργία Παρασυράκη που έλεγε νερό το μάθημα κι έπαιρνε πάντα άριστα. Τυλιγμένο στη μαύρη μπέρτα της μητέρας της. «Βάλ’ την και πήγαινε. Να δεις που δε θα σου πούνε τίποτα. Μέσα σε τόσα παιδιά δε θα ξεχωρίζεις». Και η Γεωργία την πίστεψε. Μα η Διευθύντρια δεν την κράτησε. Για να μη χαλάσει την ομοιομορφία του σχολείου.


ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μέλιο. Τι να κάνει άραγε; Απάντησε σωστά σε όλες τις ερωτήσεις;
(Ο Μέλιος έχει τελειώσει και κοιτάζει τον καθηγητή.)
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Τι τρέχει; Γιατί δεν γράφεις;
ΜΕΛΙΟΣ: Τα ’γραψα.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ! Ωραία. Τότε γράψε τις απαντήσεις.
ΜΕΛΙΟΣ: Τις έγραψα.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Πώς;;; Δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί. Για δώσε δω.
(Τα παίρνει, τα κοιτάζει βιαστικά κι ύστερα τα αφήνει πάνω στην έδρα)
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Σε συγχαίρω …    
(Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στην αίθουσα ο γυμνασιάρχης).
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Κύριε γυμνασιάρχα … Τελειώσαμε.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Πώς πήγε;
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Καλά … Δύναμαι να είπω καλά … Εν γένει, πολύ καλά.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Μάλιστα. Από δω είσαι συ; Γιατί ήρθες τόσο καθυστερημένος;
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν … δεν … το ήξερα. Ήρθα από χωριό.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Αδιάφορον! Έπρεπε να το ξέρεις. Έμεινες σε καμιά τάξη στάσιμος;
ΜΕΛΙΟΣ: …
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Γιατί δεν απαντάς;
ΜΕΛΙΟΣ: Ο … όχι.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Γιατί διστάζεις; Εφοίτησες ανελλιπώς και τα έξι χρόνια;
ΜΕΛΙΟΣ: Όχι … δεν …
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Τι «δεν»;
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν … πήγα σκολειό καθόλου.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Καθόλου; Πώς;; Κύριε Σκαμβουρά! … τι αποκάλυψις είναι αυτή;
Ο καθηγητής τα χάνει
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Δεν είχα προβλέψει κάτι παρόμοιον, κύριε γυμνασιάρχα. Ομολογουμένως είναι κάτι το εκπληκτικόν.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Τι «εκπληκτικόν», κύριε Σκαμβουρά; Εδώ πρόκειται περί πρωτοφανούς απάτης! Να σημειωθεί το όνομα του διδασκάλου.
Στρέφεται προς στο παιδί.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Πώς τόλμησες εσύ, νεαρέ να εξαπατήσεις ολόκληρον Εκπαιδευτήριον; Ε; … Σιωπάς; Χάα! Η σιωπή του ενόχου! Παύσε αμέσως να κλαις!
ΜΕΛΙΟΣ: Όχι, Κύριε! Δεν κλαίω! … Γιατί; Δεν έφταιξα σε τίποτα. Κι ούτε ψέματα είπα. Γιατί δεν δέχεστε τα γράμματά μου, κύριε γυμνασιάρχα; Αυτά μου δείξανε, αυτά έμαθα. Γιατί δεν τα δέχεστε; Είναι αλλιώτικα τα γράμματα του σκολειού; Δεν είχα χρήματα για να πάω στο σκολειό, και τα ’μαθα στο χωράφι. Κακό είναι; Τώρα εσείς μου λέτε ότι δεν έχουν πέραση.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Σιωπή!!
ΜΕΛΙΟΣ: Θα φύγω … Και σ’ όποιον με ρωτάει, θα λέω ότι κάποτε μάζεψα λίγα λεπτά για να πάω στο Γυμνάσιο, μα μ’ έδιωξαν, επειδή τα γράμματα που είχα μαζί μου ήταν του χωραφιού και δεν περνούσαν.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Ορίστε, φίλε μου, θράσος! Σε ερώτησα για το όνομα του διδασκάλου, δια να αναφερθώ εις το Υπουργείον! Αναμένω …Δεν απαντάς;
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Προφανώς … Προφανώς ελησμόνησε το όνομα του διδασκάλου. Ε, παιδί μου;
ΜΕΛΙΟΣ: Όχι … είπε ο Μέλιος. Το ξέρω!
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Και γιατί δεν το λες;
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν είμαι Ιούδας!!
Ο Μέλιος το βάζει στα πόδια και φεύγει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Τελικά ο Μέλιος τα κατάφερε και φοίτησε στο σχολείο παρά τις αντιδράσεις του Γυμνασιάρχη. Κι όχι μόνο αυτό, μα κατάφερε κι έγινε συγγραφέας όταν μεγάλωσε.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Και θα τελειώσουμε τη γιορτή μας με ένα ακόμα απόσπασμα από το βιβλίο του Καζαντζάκη “Αναφορά στον Γκρέκο”
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Στην Τετάρτη τάξη βασίλευε και κυβερνούσε ο Διευθυντής του δημοτικού. Μας είχε έρθει σπουδασμένος από την Αθήνα κι είχε φέρει, λέει, μαζί του τη Νέα Παιδαγωγική. Θαρρούσαμε πως ήταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική.
ΦΙΛΟΣ 1: Σοβαρά; Νομίζατε πως η Παιδαγωγική είναι γυναίκα;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ναι. Μα όταν τον αντικρίσαμε για πρώτη φορά ήταν ολομόναχος. Η Παιδαγωγική έλειπε, θα ήταν σπίτι. Κρατούσε ένα μικρό, στριφτό βούρδουλα, μας έβαλε στη γραμμή κι άρχισε να βγάζει λόγο. “Αταξίες δε θέλω, μήτε γέλια, μήτε φωνές στο διάλειμμα. Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς κοιτάχτε εδώ!” Είπε και μας έδειξε το βούρδουλα.
ΦΙΛΟΣ 2: Φαντάζομαι τι αυστηρός ήταν.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Άκου και θα καταλάβεις. Μια μέρα έδεσα κόμπο την καρδιά μου, σήκωσα το δάχτυλο: – Πού είναι, κυρ δάσκαλε, ρώτησα, η Νέα Παιδαγωγική; Γιατί δεν έρχεται στο σκολειό;
ΦΙΛΟΣ 1: Και πώς αντέδρασε ο δάσκαλος;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Τινάχτηκε από την έδρα, ξεκρέμασε από τον τοίχο τον βούρδουλα. -Έλα εδώ, αυθάδη, φώναξε. Να, να, άρχισε να βαράει και να μουγκρίζει. Όταν ίδρωσε, σταμάτησε. -Να η Νέα Παιδαγωγική, είπε, κι άλλη φορά σκασμός!
ΦΙΛΟΣ 2: Ε, τα ‘θελε και σένα η πλάτη σου…
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Τελικά η Νέα Παιδαγωγική έφτασε κάποτε και στην Ελλάδα, έστω και αργά. Δεν κρατούσε βέβαια βούρδουλα αλλά είχε ως πρώτο και κύριο ενδιαφέρον της το παιδί, καθώς και την πνευματική και ψυχική του ανάπτυξη. Φωτισμένοι παιδαγωγοί, όπως ο Δελμούζος, ο Κουντουράς, ο Παπαμαύρος και άλλοι πολλοί, έκαναν μεγάλες προσπάθειες για την ανάπτυξη της παιδαγωγικής στην Ελλάδα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ωστόσο και πριν απ’ αυτούς υπήρχαν άνθρωποι που έδιναν και την ψυχή τους για το σπουδαίο αυτό λειτούργημα που λέγεται διδασκαλία. Ο δάσκαλος από την Κρετσούνιστα, που έπαιζε πηδηχτό με τα μαθητούρια του, η δασκάλα του Καζαντζάκη που μεταμορφώθηκε σε άγγελο, η νεαρή δεσποινίς Αλεξίου που στεναχωριόταν βλέποντας τις μαθήτριές της να μην μπορούν να κάνουν παρέλαση ή ο δάσκαλος που πήγαινε κρυφά και βοηθούσε τον Μέλιο ήταν αμέτρητοι σ’ όλη την Ελλάδα… σε πόλεις, σε χωριά, στα πιο μικρά κι απομονωμένα σχολεία… Αυτούς λοιπόν ας θυμηθούμε τώρα που τελειώνει η γιορτή μας, τους άλλους ας τους σκεπάσει η λήθη…
ΤΕΛΟΣ