Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Η ανάπτυξη της παιδαγωγικής κατά τα χρόνια του Διαφωτισμού

Θέμα:  Αν ο Μεσαίωνας ήταν η εποχή του Θεού, ο Διαφωτισμός ήταν η εποχή του Ανθρώπου. Η αλλαγή αυτή εκφράστηκε μέσα από την ανάπτυξη της παιδαγωγικής κατά τα χρόνια του Διαφωτισμού.

Εισαγωγή
Σκοπός της εργασίας είναι να παρουσιάσει τη σχέση μεταξύ των παραγόντων που συνέτειναν στην αξιοποίηση της παιδείας από ευρείες κοινωνικές κατηγορίες πέραν της ανώτατης και της μεσαίας τάξης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, κατά την εποχή του Διαφωτισμού (17ο και 18ο αιώνα) στην Ευρώπη.
Ο Μεσαίωνας ήταν η εποχή κατά την οποία η εκκλησιαστική εξουσία χρησιμοποιούσε τη φεουδαρχική σχέση μεταξύ του επίγειου άρχοντα και του υπόδουλου ανθρώπου με την πρόφαση ότι με τον τρόπο αυτό ισχυροποιεί την πίστη του ανθρώπου προς τον Θεό. Ο Διαφωτισμός ήταν η πνευματική και πολιτιστική κίνηση που επέβαλε τον ορθολογισμό και τις νέες μεθόδους στην επιστήμη, παρέκαμψε τον θρησκευτικό ολοκληρωτισμό, την εξουσία των ευγενών και επιδίωξε την κατάκτηση αγαθών όπως κοινωνική ισότητα, δικαιοσύνη και ελευθερία για τον Άνθρωπο. Ουσιαστικός μοχλός σ’ αυτή την ευρεία πολιτική και θεσμική αλλαγή ήταν η ανάπτυξη της παιδαγωγικής κατά την περίοδο του Διαφωτισμού;


Ορισμός της έννοιας του διαφωτισμού και της παιδαγωγικής

Ως «διαφωτισμός» ορίζεται σύμφωνα με την κοινή παραδοχή η «πνευματική κίνηση που εκδηλώθηκε τον 18ο αιώνα και απέβλεπε στην απαλλαγή του ανθρώπου από τις προλήψεις και τις αυθεντίες και στη διάδοση της επιστημονικής γνώσης με την καλλιέργεια του ορθού λόγου»[1].
Ως παιδαγωγική ορίζεται «η επιστήμη που εξετάζει τη διδασκαλία, την εκπαιδευτική διαδικασία σε επίπεδο τόσο θεωρητικών αρχών όσο και εκπαιδευτικών μεθόδων». Ο παιδαγωγός είναι το «πρόσωπο που με την προσφορά του ασκεί σημαντική επίδραση στο σύνολο, διαμορφώνοντας αντιλήψεις και εμπνέοντας τους άλλους αποτελώντας γι’ αυτούς πρότυπο».[2]
 
Ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής
Ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα η κίνηση της Μεταρρύθμισης/ Αντιμεταρρύθμισης, έρχεται να αναμορφώσει την εκκλησιαστική παιδεία δίνοντας έμφαση στην επαγγελματική και πρακτική εκπαίδευση και την συστηματική μελέτη των πατερικών κειμένων . με πρωτεργάτη τον Λούθηρο να αρνείται κάθε «διαμεσολάβησης της Εκκλησίας ανάμεσα στα άτομα και στην εκπηγάζουσα από το θείο λόγο χάρη»[3] και να επισημαίνει: «Μια τέτοια κρίση που θα είναι ελεύθερη προέρχεται από την αγάπη και το φυσικό δίκαιο, πράγματα τα οποία φωλιάζουν σε κάθε νου».[4] Κατά τον 16ο αιώνα η επίδραση του Ουμανισμού στην εκπαίδευση (μελέτη των κλασικών γραμμά-των, ευρεία χρήση της καθομιλουμένης, η καλλιέργεια των τοπικών διαλέκτων, η ανακάλυψη της τυπογραφίας) επέτρεψε τον παράλληλο σχεδιασμό της εκπαίδευσης από την Πολιτεία και την Εκκλησία.
Οι πολιτικές, κοινωνικές και επιστημονικές αλλαγές που επήλθαν στην Ευρώπη κατά τον 17ο αιώνα όπως η ισχυροποίηση της κεντρικής εξουσίας του απολυταρχικού κράτους, η άνοδος της αστικής τάξης και η διεύρυνση των πρακτικών γνώσεων - ως αποτέλεσμα των νέων ανακαλύψεων, - οδήγησαν στην εμφάνιση δύο κύριων ρευμάτων στην εκπαίδευση.


Νέα κινήματα – πρόδρομοι της παιδαγωγικής του Διαφωτισμού

Το κίνημα του Ρεαλισμού, δηλαδή η εκπαίδευση με σκοπό την αξιοποίηση και την εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης – πειράματα, έρευνα - που αποκτάται μέσω των αισθήσεων, όπως υποστήριζε ο Milton, στο πεδίο της καθημερινής εμπειρίας. Η παιδαγωγική βασίζεται στη αρχή της «δύναμης της τάξεως»[5] δηλαδή στον σεβασμό των νόμων της φύσης και οδηγεί, όπως πίστευε ο Comenius, στην ηθική διαπαιδαγώγηση. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, «κάθε γνώση και κάθε κανόνας που βγαίνει απ’ αυτήν, πρέπει να εκφράζονται με διατυπώσεις όσο το δυνατόν σύντομες και ακριβείς».[6]
Το κίνημα του Ευσεβισμού, (ορθόδοξου προτεσταντισμού), που επιχείρησε να γεφυρώσει την επιστημονική γνώση και την χριστιανική πίστη με στόχο την διάδοση της παιδείας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Κύριο μέρος
Σημαντικοί φιλόσοφοι – παιδαγωγοί κατά την εποχή του Διαφωτισμού

[Αφετηρία της εποχής του Διαφωτισμού υπήρξε η ανάπτυξη των επιστημών στην Αγγλία με σημαντικότερο εκπρόσωπο τον Locke στο έργο «Ένα δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση». Στη Γαλλία την κίνηση του Διαφωτισμού με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους τους Voltaire, Rousseau στο έργο του «Αιμίλιος ή για την Εκπαίδευση» και Diderot στο «Πρόνοια για την Εκπαίδευση» και στην «Εγκυκλοπαίδεια», που άσκησαν δριμεία κριτική στους θεσμούς , θεωρήθηκαν ως πρόδρομοι της Γαλλικής Επανάστασης και θεμελιωτές της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας].[7]
Ο μεγάλος Άγγλος φιλόσοφος και παιδαγωγός John Locke ως προπομπός του Διαφωτισμού - του εκπαιδευτικού και πολιτικού κινήματος του 18ου αιώνα – υποστήριξε, σε αντίθεση με την άποψη των ρεαλιστών, ότι: η εμπειρία αποκτάται από τις αισθήσεις και τα αισθητηριακά δεδομένα επεξεργάζονται με το στοχασμό. Οι δύο αυτές συνιστώσες (εμπειρία-στοχασμός), «…για να αναγνωριστεί η προτεραιότητα της αγωγής έναντι της φύσης»[8] σχηματοποιούν την tabula rasa (άγραφο χαρτί) του ανθρώπινου πνεύματος με αποτέλεσμα την επίτευξη της αρετής, της σοφίας και των γνώσεων του ατόμου.
Στις θεωρίες αυτές βασίστηκε το κριτικό πνεύμα του Διαφωτισμού, ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου εκφράστηκε ανοιχτά το φυσικό δικαίωμα του ατό­μου για ισότητα και ελευθερία.
Η αρχική φράση του Rousseau στον «Αιμίλιο ή περί αγωγής» είναι: «Όλα είναι σωστά καθώς βγαίνουν από τα χέρια του Πλάστη, όλα εκφυλίζονται στα χέρια του ανθρώπου»[9] ορίζοντας την κατεύθυνση της παιδαγωγικής φιλοσοφίας του «φυσικού προορισμού του ανθρώπου».
Στο «Δοκίμιο περί των επιστημών και των τεχνών»[10] ο Rousseau προβάλλει τη θέση ότι οι επιστήμες και οι τέχνες, λόγω του περιεχομένου αλλά και του τρόπου παρουσίασής τους όχι μόνο δεν βοηθούν στον εξαγνισμό, αλλά αντίθετα είναι συνυπεύθυνες μαζί με κάθε μορφής κοινωνικό καθεστώς για τη διαφθορά των ηθών.
Στη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου του Rousseau, το Κράτος μέσα από τους θεσμούς της οικονομίας και των κοινωνικών παροχών – εκπαίδευση, υγεία – αναλαμβάνει τον σχεδιασμό ενός εθνικού συστήματος εκπαίδευσης που ως παιδαγωγός, παρακολουθεί την εξέλιξη του ατόμου από τη νηπια­κή ηλικία, κατά την κρίσιμη περίοδο της εφηβείας, μέχρι την ενηλικίωση.
Στο έργο «Αιμίλιος» μέσα από τη σχέση του πρότυπου /αποκλειστικού παιδαγωγού με τον πρότυπο - μοναδικό μαθητή, ο Rousseau προβάλλει το ανθρώπινο, ψυχολογικό στοιχείο αυτής της έννοιας που ονομάζει «φυσική αγωγή», δηλαδή η συνεργία του φυσικού περιβάλλοντος και της χωρίς εξαναγκασμούς και τιμωρίες καθοδήγησης του παιδαγωγού προς τον μαθητή.
Ακόμη ο Rousseau θεωρούσε πως θα πρέπει να φέρουμε τον άνθρωπο σε επαφή με μια «φυσική» θρησκεία και να αποφασίσει όσο το δυνατόν αργότερα να αποδεχτεί, μια θετική εκδοχή θρησκείας που τον εκφράζει προσωπικά. Ο Rousseau με την παιδαγωγική του απορρίπτει κάθε μορφή εξουσίας (δικαστική, εκτελεστική, θρησκευτική) και κάθε μορφή εκπαιδευτικής ειδίκευσης σε κάποιο επιστημονικό κλάδο, λέγοντας για τον Αιμίλιο: «Όταν βγει από τα χέρια μου δε θα ’ναι βέβαια ούτε δικαστής, ούτε στρατιώτης, ούτε ιερέας, θα ’ναι πρώτα απ’ όλα άνθρωπος».[11]
Ο J. H. Pestalozzi επηρεάστηκε δημιουργικά από τον «Αιμίλιο» του Rousseau, όμως καταλογίζει σ’ αυτόν ότι: «οι ιδέες του δεν έφτασαν ποτέ στο σημείο να εντοπίσουν στη φύση και στην αγωγή ένα κέντρο ενότητας, » [….], «να διαφυλάξει την ανεξαρτησία του παιδιού», […], «ούτε να εναρμονίσει τον εσωτερικό του κόσμο με τον εξωτερικό»[12] Ο Pestalozzi αξιοποιώντας τα επιτεύγματα των ανθρωπιστικών επιστημών πρότεινε μια πρακτική παιδαγωγική μέθοδο που βασιζόταν σε ένα σύνολο αρχών τις οποίες μπορούσε να συμβουλεύεται ο παιδαγωγός πριν προβεί σε κάποια ενέργεια.
[«Αρχή της εποπτείας: Κάθε μάθηση περνά μέσα από τις αισθήσεις». θέση που συμφωνεί τόσο με τον εμπειρισμό του Locke όσο και με τις απόψεις του Rousseau περί των αισθήσεων ως διαύλων γνώσης.
«Αρχή της στοιχειώδους απλοποίησης: Σε όλους τους τομείς της εκπαίδευσης», υπάρχει η ανάγκη αναφοράς σε απλά – θεμελιώδη στοιχεία και προτείνεται η αποφυγή χρήσης πολύπλοκων παιδαγωγικών μεθοδικών σχημάτων. Η αρχή αυτή έλκει την προέλευσή της από τις πρωτεύουσες ποιότητες της θεωρίας του Locke.
«Αρχή της ολοκλήρωσης»: Σύμφωνα με την αρχή αυτή, σκοπός της εκπαίδευσης είναι η σταδιακή ολοκλήρωση της αυτόνομης δύναμης που αναπτύσσει κάθε παιδί για την απόκτηση γνώσεων. Στοιχεία της αρχής αυτής βρίσκονται σε δευτερεύουσα θέση στη θεωρία του Rousseau, όπου κυριαρχεί η επιδίωξη της «φυσικής» αγωγής και σε βασική θέση της θεωρίας του Locke.
«Αρχή της δραστηριότητας»: Σύμφωνα με την αρχή αυτή τα παιδιά συμμετέχουν στην παιδαγωγική δραστηριότητα ως ενεργά πρόσωπα που βρίσκονται σε διαρκή κίνηση.
Αυτή η τελευταία αρχή όπως και η «Αρχή της αυτενέργειας» του Pestalozzi προέρχονται από την έννοια της αυτενέργειας, όπως περιγράφεται από τον Rousseau και προκύπτει, ως ερέθισμα για τον νέο άνθρωπο, από τη σύνθεση - των αισθητηριακών δεδομένων και της διαδικασίας του στοχασμού - στην θεωρία του Locke.
Συμπερασματικά, ο Pestalozzi κατόρθωσε με τη μέθοδό του να οργανώσει την αφηρημένη έννοια της «φυσικής» αγωγής του Rousseau και να επιτρέψει σε κάθε άνθρωπο, με αφετηρία «αυτό που είναι», να αναζητήσει μέσα από την παιδαγωγική διαδικασία αυτό που «θα πρέπει να είναι».][13]
Οι ιδέες του Rousseau, όσον αφορά το περιεχόμενο της παιδαγωγικής του Διαφωτισμού, όπως οργανώθηκαν από την διδασκαλία του Pestalozzi επεκτάθηκαν κυρίως στη Γερμανία και στην κεντρική Ευρώπη, όπου αναπτύχθηκε το κίνημα του φιλανθρωπισμού, δηλαδή η επαναστατική κίνηση μιας ομάδας παιδαγωγών που προσδοκούσαν βασιζόμενοι στις αρχές της λογικής και της φύσης να θεμελιώσουν ένα καθολικό σύστημα παιδείας στη Γερμανία. Το παιδαγωγικό αυτό σύστημα των Γερμανών φιλανθρωπιστών απέδιδε την ίδια σημασία τόσο στη θεωρητική, όσο και στην πρακτική γνώση στα πλαίσια της εκπαίδευσης.
Ο J. B. Basedow και άλλοι παιδαγωγοί στα μέσα του 18ου αιώνα, ίδρυσαν παιδαγωγικά κέντρα με εκπαιδευτικό πρόγραμμα σύμφωνο με το πνεύμα του Διαφωτισμού. Την ίδια εποχή στη Γαλλία ο Condorset επιδιώκοντας την εφαρμογή μιας καθολικής (δωρεάν για τις δύο χαμηλότερες βαθμίδες) παιδείας χωρίς τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας , πρότεινε τη διάρθρωση της εκπαίδευσης, ανάλογα με τον πληθυσμό της πόλης ή του χωριού όπου θα έδρευαν, σε τέσσερις κατηγορίες: τη στοιχειώδη, τη δευτεροβάθμια, τα ινστιτούτα και τα (9) λύκεια . αντίστοιχα των πανεπιστημίων.
Κατά τον 17ο αιώνα εκτός από τα παραδοσιακά πανεπιστήμια της Ιταλίας, Γαλλίας και Γερμανίας, άρχισαν και στην Αγγλία και Ολλανδία να λειτουργούν, ανεξάρτητες από τον πολιτικό ή θρησκευτικό έλεγχο των πανεπιστημίων, εθνικές ακαδημίες και επιστημονικές εταιρίες με τη μορφή εξειδικευμένων κολεγίων. Οι εκπαιδευτικές αυτές δομές έως το τέλος του αιώνα, κατόρθωσαν να υποσκελίσουν τα πανεπιστήμια στην παραγωγή νέας γνώσης. Τα πανεπιστήμια κάτω από τη δυναμική του Διαφωτισμού έχασαν σταδιακά τον οικουμενικό χαρακτήρα που είχαν κατά τη διάρκεια του ύστερου Μεσαίωνα, απομακρύνθηκαν από τον θεολογικό προσανατολισμό τους, έγιναν εθνικοί θεσμοί και προσάρμοσαν το περιεχόμενο των «προ­γραμμάτων σπουδών» τους, που τότε ονομάζονταν «Σχολές», με βάση την κατηγοριοποίηση των νέων επιστημών, που είχαν προηγούμενα προωθήσει οι επαγγελματικές ακαδημίες. Λόγω της προτεραιότητας που δόθηκε από τα πανεπιστήμια στις φυσικές επιστήμες και την εξειδικευμένη επιστημονική κατάρτιση, επικράτησε για ορισμένες δεκαετίες του 18ου αιώνα η μονομερής καλλιέργεια των επιστημόνων που παρήγαγαν, και μόνο προς το τέλος του 18ου αιώνα κατόρθωσαν με μεταρρυθμίσεις να επαναπροσδιορίσουν την διάσταση των πολιτισμικών καταβολών του οικουμενικού ανθρώπου.

Σύνοψη - Βιβλιογραφία...

Το κίνημα του Διαφωτισμού ως ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κινήματα στην ιστορία του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πολιτισμού, μέσα από μια διαφορετική αντίληψη της έννοιας της φύσης, καθοδηγήθηκε από τις προοδευτικές αντιλήψεις που χαρακτήριζαν την αστική τάξη και επικεντρώθηκε σε μια κριτική της θρησκείας, της μοναρχίας, της κοινωνίας, πρεσβεύοντας την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, πέρα από γλώσσα, φυλή ή θρησκεία και έχουν ίσα δικαιώματα συμμετοχής στην παιδαγωγική εξέλιξη.
Όμως, οι Διαφωτιστές υπερέβαλαν όταν θεώρησαν ότι, από τη στιγμή που θα εξέλειπαν η άγνοια και η θρησκοληψία, η γνώση που θα προέκυπτε από την εξέλιξη της παιδαγωγικής επιστήμης, ανεμπόδιστα θα αναθεωρούσε τις αρχές λειτουργίας της κοινωνίας και της ζωής των πολιτών. Τελικά, η αυτονομία του ανθρώπου, –που διαχειρίζεται τον ορθό λόγο και τον ελεύθερο νου μέσα σε ένα υλικό σύμπαν που το κυβερνούν νόμοι της μηχανικής, βρίσκει τη θέση του σε μια μοντέρνα θεώρηση της ιδανικής κοινωνίας και του ίδιου του ανθρώπου του μέλλοντος.

Βιβλιογραφία...

  • Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα : Κέντρο Λεξικολογίας 2002.
  • Πάπυρος – Λαρους, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια, 5ος τόμος, Αθήναι: Εταιρεία Εγκυκλοπαιδικών Εκδόσεων 1964.
  • Chateau J., Οι μεγάλοι Παιδαγωγοί, Αθήναι: Κένταυρος 1958.
  • Houssaye J., Δεκαπέντε Παιδαγωγοί, Αθήνα: Μεταίχμιο 2000.
  • Luther Μ., Για την εγκόσμια εξουσία και μέχρι που εκτείνεται η υπακοή μας σ’ αυτήν, Αθήνα: Πόλις 2004.
  • Power Ε., Κληρονομιά της μάθησης, Ιστορία της δυτικής εκπαίδευσης, Πάτρα: ΕΑΠ 2001.
  • Reble A., Ιστορία της Παιδαγωγικής, Αθήνα: Παπαζήσης 1996.
  • Rousseau J. J.., Αιμίλιος ή για την Εκπαίδευση, Α΄ τόμος, Αθήνα: Αναγνωστίδης
  1. Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, 2002, σ. 499
  2. Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, 2002, σ. 1300
  3. Reble A., Ιστορία της Παιδαγωγικής, 1996, σ. 121
  4. Luther Μ., Για την εγκόσμια εξουσία και μέχρι που εκτείνεται η υπακοή μας σ’ αυτήν, 2004,σ.128
  5. Chateau J., Οι μεγάλοι Παιδαγωγοί, Κένταυρος, 1958, σ. 165
  6. Chateau J., Οι μεγάλοι Παιδαγωγοί, Κένταυρος, 1958, σ. 167
  7. Πάπυρος – Λαρους, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια, 1964, 5ος τόμος, σ. 664
  8. Power Ε., Κληρονομιά της μάθησης, Ιστορία της δυτικής εκπαίδευσης, 2001, σ. 289
  9. Rousseau J. J., Αιμίλιος ,τόμος α΄, σ. 23
  10. Reble A., Ιστορία της Παιδαγωγικής, 1996, σ. 230
  11. Reble A, Ιστορία της Παιδαγωγικής, 1996, σ. 233
  12. Houssaye J., Δεκαπέντε Παιδαγωγοί, 2000, σ. 43
  13. Houssaye J., Δεκαπέντε Παιδαγωγοί, 2000, σ. 54-56, 60
Γ. Δημητρίου Χ. - Αθήνα 20/01/2005

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Η έννοια της Παιδείας στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη
ως προς τη συγκρότηση ανεπτυγμένης κοινωνίας

Συγγραφέας: ΤΣΩΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Πώς η πολιτεία θα συμβάλλει σε μια «ακριβεστέραν παιδείαν» 
των νέων  με στόχο τη γνώση της αρετής  
και την έμπρακτη εφαρμογή της

Ποτέ άλλοτε όσο σήμερα δε θα λέγαμε ότι
ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης δεν είναι τόσο
επίκαιροι και αναγκαίοι για μελέτη και ανάλυση
όλων των  προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε αλλά
και για το μείζον θέμα της παιδείας
και της εξέλιξης των εκπαιδευτικών συστημάτων.
Οι θέσεις των φιλοσόφων για ένα προτεινόμενο εκπαιδευτικό σύστημα είναι διάχυτες σε όλο το έργο τους, εντοπίζονται όμως κυρίως στους πλατωνικούς διαλόγους «Πολιτεία» και «Νόμοι», καθώς και στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, όπου ο ρόλος της παιδείας είναι καίριος για τη συγκρότηση μιας αναπτυγμένης κοινωνίας.
          Η πλατωνική παιδεία είναι το «εν μέγα» το οποίο θα συγκροτήσει ηθικά και πνευματικά το άτομο αλλά και ο θεμέλιος λίθος πάνω στο οποίο θα θεμελιωθεί η ιδεώδης πολιτεία.
Η ανατροφή, η διαπαιδαγώγηση, η καλλιέργεια, η «ιθάκη» για την εύρεση της αλήθειας ξεπερνώντας κάθε είδους ψευδαισθήσεις, αμάθειες και σκοταδισμούς  αποτελούν τα σημαντικά εχέγγυα  που θα βοηθήσουν τον άνθρωπο απομακρυνθεί από τη μεταβλητότητα των αισθήσεων στον άφθαρτο κόσμο των ιδεών.
Ωστόσο  κάτοχοι γερής και ουσιαστικής παιδείας οφείλουν να είναι όχι μόνο οι φύλακες αλλά και οι άρχοντες οι οποίοι θα ρυθμίσουν τα  εκπαιδευτικά θέματα και θα συμβάλλουν σε μια «ακριβεστέραν παιδείαν» των νέων  με στόχο τη γνώση της αρετής  και την έμπρακτη εφαρμογή της. Σαφώς λοιπόν, για τον Πλάτωνα ιδανική πολιτεία  χωρίς αγωγή και παιδεία δε νοείται.
Έτσι το πλατωνικό ιδεώδες στηρίζεται και εξαρτάται από την ισότιμη παιδαγωγική και πνευματική κατάρτιση των ατόμων αλλά και την ηθική  διάπλασή τους που διαμορφώνεται από το ιδεώδες της ανδρείας, της τιμής, του σεβασμού και αφοσίωσης στην πατρίδα, και την υπακοή στους νόμους. Τότε μόνο η Πολιτεία λειτουργεί ως αρωγός της κοινωνικής ευδαιμονίας  ενώ οι άνθρωποι δεν πέφτουν θύματα της κακοδαιμονίας ένεκα της αμάθειάς τους.
Βασικοί στόχοι στο πλατωνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι η ύπαρξη δημόσιας εκπαίδευσης, η κοινή εκπαίδευση για άνδρες και γυναίκες, με άλλα λόγια η ισότητα των δύο φύλων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, η διαμόρφωση ακμαίου πνεύματος αλλά και σώματος , η ηθική αναμόρφωση του πολίτη ενισχύοντας μέσα του τις αρετές της δικαιοσύνης, δηλαδή τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, καθώς και η απομάκρυνση από κάθε είδους μονομέρεια.
Συνεπώς η διαμόρφωση του νεανικού μυαλού απαιτεί πολύ μεγάλη προσοχή. Έτσι η ποίηση που για άλλες προγενέστερες εποχές υπήρξε βασικό εργαλείο μάθησης-παιδείας, τώρα περνά από αυστηρό κριτικό έλεγχο. Ο ψεύτικος-εικονικός κόσμος που παρουσιάζει, η ασέβεια, η αδικία και η άσχημη εικόνα που προβάλλει για τους θεούς, ο φόβος στο θάνατο, η μεγάλη αγάπη για το χρήμα είναι μερικά από τα θέματα που αποτελούν τροχοπέδη στη σφυρηλάτηση μιας ακμαίας ψυχής, έτοιμης να αγωνιστεί για οτιδήποτε. Αυτά χαλαρώνουν τη σταθερότητα της ψυχής, αποδυναμώνουν τον άνθρωπο κάνοντάς τον επιρρεπή στις οποιεσδήποτε απολαύσεις με αποτέλεσμα να ευθύνονται για τη διαφθορά των ηθών, τη ψυχική τους αλλοτρίωση και την παρακμή της πολιτείας. Οι ποιητές όφειλαν να προβάλλουν στα έργα τους υψηλά πρότυπα συμπεριφοράς, τέτοια που θα ενισχύουν το θάρρος , το ήθος, τις αρετές, την ευσέβεια, και θα επιδιώκουν όχι μόνο την  τέρψη αλλά και την ωφελιμότητα.
Σε αντίθεση με την Ποίηση, τα Μαθηματικά κατέχουν σημαντικότατη θέση σε όλο το πλατωνικό εκπαιδευτικό σύστημα, γιατί αυτά εξασφαλίζουν επικυρωμένη γνώση των αιώνιων και αμετάβλητων όντων και αληθειών. Αυτό σημαίνει ότι αν εξοικειωθούμε με την έννοια του μέτρου, μπορούμε να ασχοληθούμε με τα νοητά αντικείμενα και να απαλλαχθούμε από τα αισθητά. Στα Μαθηματικά συγκαταλέγονται η αριθμητική, η γεωμετρία, η στερεομετρία, η αστρονομία και η αρμονική. Την προσφορά τους ο φιλόσοφος την εντόπιζε στην επίλυση προβλημάτων της καθημερινής ζωής, στην οικονομία, τη δικαιοσύνη και στις τέχνες. Παίζουν αξιόλογο ρόλο στην εξέλιξη του χαρακτήρα, γιατί υποβάλλουν το άτομο σε τέτοιους ερεθισμούς που το αναγκάζουν σε σύντονη πνευματική ενεργοποίηση. Ξυπνούν από τη νωθρότητα και αμάθεια λόγω φύσης και κάνουν τον άνθρωπο «ευμαθή, μνήμονα και αγχίνουν». Εξάλλου, πάντα ο Πλάτωνας πίστευε πως τα μαθηματικά εμπεριέχουν μια ουσιαστικότερη αξία: ότι διευκολύνουν τη στροφή της ψυχής από τη γένεση στην ουσία.
Η εκπαίδευση λοιπόν στα Μαθηματικά, άρχιζε με τη λογιστική, δηλαδή ειδικά παιχνίδια πρακτικής αριθμητικής καθημερινής χρήσης δοσμένα με άμεσο και ευχάριστο εποπτικό χαρακτήρα. Η αριθμητική περιλάμβανε τη διδασκαλία των  ακέραιων αριθμών με τις ιδιότητές τους. Εδώ έγκειται η βάση κάθε επιστημονικής σκέψης και πρακτικής τέχνης. Με τη  γεωμετρία μετέδιδε την αξία των ορισμών και τη σαφήνεια των πορισμάτων καθώς και την ολική διαδικασία της απόδειξης. Η γραμμή, τα σημεία, τα τρίγωνα και τετράγωνα έγιναν χάρη στον πλατωνικό παραγωγικό συλλογισμό και αφαίρεση, σύμβολα και ιδέες , σκιές χειροπιαστών αντικειμένων.  Από την άλλη πλευρά η αρμονία προέκυψε από τη βαθιά πίστη του φιλοσόφου για ένα στοχασμό πάνω στους αρμονικούς αριθμούς με συνολικότερη θεώρηση της φύσης και της τέχνης. Προέκυψε δηλαδή από την αναζήτηση της αρμονικής σχέσης των αριθμών.
Η Μουσική επίσης, είναι μάθημα ιδιαίτερης αξίας. Αυτή συνίσταται σε τρία μέρη, το λόγο, την αρμονία και το ρυθμό. Αρμονία και ρυθμός οφείλουν να υποτάσσονται στο λόγο. Έτσι μόνο οι λόγοι των ποιημάτων που συνοδεύονται από ρυθμό ή μελωδία του ίδιου χαρακτήρα αποτελούν μοναδικό κριτήριο κάθε αισθητικής ή ηθικής κριτικής. Συνεπώς, το περιεχόμενο της κάθε μορφής και είδους ποίησης περνάει... 

Το ήθος δια του έθους - Τα παιδιά δεν γεννιούνται, γίνονται


Αφιερωμένο στα παιδιά


Υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό στην ζωή του γονιού από την ευτυχία του παιδιού του; Υπάρχει πιο αισιόδοξη εικόνα από αυτήν ενός μικρού παιδιού όταν ξεσπά σε γέλια;
Αφιερωμένο από έναν χαζομπαμπα, στα υπέροχα παιδιά του..

Uploaded by

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

“ΣΩΠΑ ΔΑΣΚΑΛΕ!” θεατρικό έργο για γιορτή αποφοίτων βασισμένο σε κείμενα Καζαντζάκη, Βιζυηνού, Λουντέμη, Χρηστοβασίλη, Αλεξίου, Βάρναλη.΄

Το έργο είναι κατάλληλο για γιορτή αποφοίτων στο τέλος της χρονιάς. Επειδή έχει πολλούς ρόλους μπορούν να το ανεβάσουν και τα δύο (ή τρία) τμήματα της έκτης τάξης.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Στη σημερινή γιορτή θα κάνουμε ένα νοερό ταξίδι, μια περιήγηση στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας και θα δούμε τι έγραψαν για τα σχολεία της παιδικής τους ηλικίας μεγάλοι Έλληνες λογοτέχνες του 19ου και 20ου αιώνα. Θα αρχίσουμε από το Νίκο Καζαντζάκη και το βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο».

ΦΙΛΟΣ 1: Για πες μας, Νίκο, τι θυμάσαι από τα σχολικά σου χρόνια;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Όταν γίνηκα πέντε χρονών με πήγαν σε μια δασκάλα να με μάθει να γράφω στην πλάκα γιώτες και κουλούρες, να μάθω να ζωγραφίζω, σαν θα μεγαλώσω, τα γράμματα της αλφαβήτας. Ήταν μια αγαθή γυναικούλα, κυρα-Αρετή την έλεγαν, κοντή, παχουλή, με μια κρεατοελιά, δεξιά στο πιγούνι. Μου οδηγούσε το χέρι, μύριζε καφέ η ανάσα της και μου έδειχνε πώς να κρατώ το κοντύλι και να κυβερνώ τα δάχτυλά μου.
ΦΙΛΟΣ 2: Φαντάζομαι πως δε θα την ήθελες για δασκάλα σου…
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Στην αρχή δεν την ήθελα, δεν μου άρεσε η ανάσα της, μα σιγά σιγά, δεν ξέρω πώς, άρχισε να αλλάζει, να φεύγει η κρεατοελιά, να λιγνεύει και να ομορφαίνει το πλαδαρό κορμί της.
ΦΙΛΟΣ 1: Σιγά σιγά θα μας πεις πως έγινε και όμορφη.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Σχεδόν. Ύστερα από λίγες εβδομάδες, έγινε ένας άγγελος, λιγνός με κάτασπρο χιτώνα.
ΦΙΛΟΣ 2: Την ξαναείδες ποτέ αυτή τη δασκάλα σου;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Διάβηκαν τα χρόνια, ξενιτεύτηκα, γύρισα πάλι στην Κρήτη. Πέρασα από το σπίτι της δασκάλας μου. Στο κατώφλι κάθονταν στον ήλιο και λιάζονταν μια γριούλα. Τη γνώρισα από την κρεατοελιά στο πιγούνι. Τη ζύγωσα της έδωκα γνώρα. Άρχισε να κλαίει από τη χαρά της. Και μια στιγμή, δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα: -Κυρά Αρετή της είπα, φορούσες ποτέ άσπρο χιτώνα;
ΦΙΛΟΣ 1: Και τι σου απάντησε;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Μνήστιτι μου κύριε, ξεφώνισε η κακόμοιρη κι έκανε το σταυρό της. Εγώ άσπρο χιτώνα, παιδί μου. Και κίνησαν τα μάτια της να τρέχουν.
ΦΙΛΟΣ 1: Κι όταν πήγες στο δημοτικό τι έγινε;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Θυμάμαι πως ένιωθα μέσα μου περηφάνια και φόβο. Το χέρι μου ήταν σφηνωμένο στη φούχτα το πατέρα μου. Μπήκαμε σ’ ένα παλιό κτήριο, με μια φαρδιά αυλή κι ένα πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.
ΦΙΛΟΣ 2: Μετά ο πατέρας σου σ’ άφησε;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα. Ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. 
-Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.
ΦΙΛΟΣ 1: Κι ο δάσκαλος πότε εμφανίστηκε;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι. Κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο. -Ετούτος είναι ο γιος μου, του ‘πε ο πατέρας μου. Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε στο δάσκαλο.
ΦΙΛΟΣ 2: Κατάλαβα. Από τον αυστηρό σου πατέρα σε αυστηρό δάσκαλο.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Το κρέας δικό σου, του ‘πε, τα κόκαλα δικά μου. Μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάνε τον άνθρωπο. 
-Έγνοια σου,  καπετάν Μιχάλη. Έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.
(σ.σ. Στο βιβλίο του Καζαντζάκη το κείμενο είναι μονόλογος. Όμως για τις ανάγκες του θεατρικού διασκευάστηκε εδώ σε διάλογο. Πάντως τα λόγια του Καζαντζάκη δεν έχουν αλλάξει από το πρωτότυπο κείμενο)


ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Τα ξύλο ήταν κάτι συνηθισμένο στα σχολεία εκείνης της εποχής. Ας δούμε πώς περιγράφει τα μαθητικά του χρόνια ο Χρήστος Χρηστοβασίλης στο βιβλίο «Διηγήματα του Μικρού Σκολειού».
ΧΡΗΣΤΟΣ: Επιτέλους, ήρθε ο Απρίλης και τώρα το σκολειό μας θα είναι κάτω από τα δέντρα.
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: Ναι, βαρέθηκα όλο το χειμώνα που κάναμε μάθημα μέσα στο νάρθηκα της εκκλησιάς.
ΓΙΑΝΝΗΣ: Χρήστο, τι έγινε η αδελφή σου. Γιατί δεν έρχεται πια σκολειό;
ΧΡΗΣΤΟΣ: Τη σταμάτησε η μάνα μου γιατί βούηξαν όλα τα γύρω χωριά πως η θυγατέρα του άρχοντα του Σουλίου πηγαίνει σκολειό κι η μάνα μου φοβήθηκε το κακό μάτι, μη βασκαθεί κι αρρωστήσει η αδελφή μου. Γι’ αυτό τη σταμάτησε.
Εμφανίζεται ο δάσκαλος. Οι μαθητές κάθονται στις καρέκλες τους.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λέγε, Χρήστο. Έμαθες το μάθημά σου;
ΧΡΗΣΤΟΣ: α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, κ, λ, μ, ν, ξ,…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Αρκετά, αρκετά… Για λέγε, Αναστάση, εσύ, τα έμαθες;
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: Μάλιστα, κυρ δάσκαλε, α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, κ, λ,…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Για συνέχισε, Γιάννη.
ΓΙΑΝΝΗΣ: μ, ν, ξ, ο, π, ρ, σ, τ, υ, φ, χ, ψ, ω.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μάλιστα, διαβασμένος είσαι κι εσύ. Για να δω τα χέρια σου, είναι καθαρά;
Ο Γιάννης του δείχνει τα χέρια.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Γιατί είναι κόκκινα;
ΓΙΑΝΝΗΣ: Απ’ την βαφή των αυγών της πασχαλιάς, κυρ δάσκαλε;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Κι ακόμα δεν έφυγε η μπογιά; Για άπλωσε τα χέρια σου, Γιάννη.
(ο δάσκαλος τον χτυπάει τρεις τέσσερις φορές στο χέρι)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μα τι πάθατε όλοι σήμερα και είστε καλά διαβασμένοι. Για λέγε, Γιώργο, να σ’ εξετάσω κι εσένα.
ΓΙΩΡΓΟΣ: (τρέμοντας) Άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα, έψιλον, ζήτα, κάπα…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μετά το ζήτα ποιο είναι;
ΓΙΩΡΓΟΣ: Θήτα…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Κατόπι από το ζήτα μωρέ, ποιο έρχεται;
ΓΙΩΡΓΟΣ: Ρω!
Ο δάσκαλος σηκώνεται, αρπάζει το Γιώργο από το αυτί κι αρχίζει να τον δέρνει αλύπητα, σπάζοντας τις βέργες τη μία πίσω από την άλλη.
Εκείνη τη στιγμή περνάει  ένας γέροντας του χωριού, ο Λώλης
ΛΩΛΗΣ: Να, δάσκαλος μια φορά! Αυτός είναι δάσκαλος κι όχι ο Δημήτρης ο Πάσκος στην Κρετσούνιστα, που παίζει το πηδηχτό με τα μαθητούρια του! Ακούς εκεί, δάσκαλος να παίζει με τα παιδιά! Δεν θέλουν αέρα τα παιδιά. Θέλουν ξύλο κι αγριοσύνη! Το ξύλο μαθαίνει τα παιδιά γράμματα και γνώση γιατί είναι βγαλμένο απ’ τον Παράδεισο.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Δεν ήταν κακός άνθρωπος ο γέροντας του χωριού, ο Λώλης. Απλώς πίστευε κι αυτός, όπως όλοι εκείνα τα χρόνια, ότι μόνο με το ξύλο μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Δεν είχαν μόνο το ξύλο σαν εχθρό εκείνο τον καιρό οι μαθητές. Υπήρχε και η γλώσσα του σχολείου, η καθαρεύουσα που ήταν ακαταλαβίστικη για τους μαθητές. Διηγείται ο Κώστας Βάρναλης τι έπαθε όταν προσπάθησε να διδάξει στη δημοτική γλώσσα, δηλαδή στην απλή γλώσσα του λαού.

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ήμουν καθηγητής στα Μέγαρα και κάποια χρονιά στην Γ΄ Ελληνικού που είχα πολλά καλά παιδιά, τους δίδαξα ολάκερο τον «Εθνικό Ύμνο» του Σολωμού, που δεν τον είχε το πρόγραμμα. Βρέθηκε αμέσως ο «επιστήμονας» του χωριού να με καταγγείλει στο υπουργείο ότι υπονομεύω την αθάνατη ημών γλώσσαν, επειδή δίδαξα τον Εθνικό Ύμνο! Πού να το φανταζόταν ο Σολωμός ότι ο Ύμνος του θα μπορούσε να θεωρηθεί εθνική προδοσία. Και το υπουργείο με κάλεσε σε απολογία!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Και βέβαια το μυαλό των παιδιών τότε όπως και τώρα ήταν συνήθως στην αυλή και στο παιχνίδι. Κι ας πάσχιζε ο δάσκαλος να κάνει τους μαθητές του να προσέξουν. Ενδιαφέρον έχει η παρακάτω σκηνή που διηγείται ο Καζαντζάκης. Ο δάσκαλος ονομάζεται Περίανδρος Κρασάκης. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια, τ’ αυτιά, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας άνθρωποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λοιπόν, τώρα θα κάνουμε γραμματική. Θα πούμε ποιες λέξεις δασύνονται. Είναι πρώτα πρώτα όλες οι λέξεις αρχόμεναι από…
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Από υ, κύριε. Όπως υγεία, ύδωρ…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Δεν γνωρίζεις άλλες;
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Να πω εγώ, δάσκαλε;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λέγε, Μανολιό.
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: υιός, ηγεμών.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μανολιό το ηγεμών αρχίζει από η, όχι από ύψιλον.
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Συγγνώμη, κύριε, το ξέχασα.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μα δε με προσέχετε όταν σας εξηγώ τη γραμματική.
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Κύριε, από υ είναι και το υπερήφανος.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σωστά, λέγε Σήφη, ποιες από τις αντωνυμίες δασύνονται;
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Οι δεικτικές, ούτος, αύτη…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι μόνο oι δεικτικές, Σήφη, είναι επίσης οι αόριστες, μα χθες δεν τα λέγαμε; Γιατί δε με προσέχατε;
ΜΑΘΗΤΗΣ1: Σας προσέχαμε, κύριε…
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Αλλά ήταν λίγο δύσκολα…
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Μήπως αν μας δίνατε λίγο χρόνο…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τι να σας δώσω χρόνο, αφού ο νους σας είναι έξω στο παιχνίδι και στον πετροπόλεμο.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Νομίζω, κύριε, τις θυμήθηκα.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λέγε, Γιώργη.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Είναι και οι αναφορικές, όστις, ήτις, ό,τι…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μόνο αυτές θυμάσαι; Νομίζω πως επειδή δε σας δέρνω όπως οι άλλοι δάσκαλοι, δε μου δίνετε καμία σημασία. Λοιπόν θα σας τα ξαναπώ να τα βάλετε καλά στο μυαλό σας.
(οι μαθητές δυσανασχετούν)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Να μην ακούω γκρίνια. Θα μάθετε καλά τη γραμματική και μετά θα πάτε για παιχνίδι. Δε θα φύγει από εδώ κανείς αν δε μάθει πώς τονίζονται οι λέξεις. Επαναλαμβάνετε μετά από εμένα. Από τα επιρρήματα δασύνονται: άπαξ, εκάστοτε, εξής, ήκιστα…
 (Όλοι οι μαθητές επαναλαμβάνουν)
ΜΑΘΗΤΕΣ: Από τα επιρρήματα δασύνονται: άπαξ, εκάστοτε, εξής, ήκιστα…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: …ο οποίος, όσος, οπόσος…
 (Ακούγεται ένα πουλί να κελαηδάει. Τα παιδιά δεν απαντούν)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Γιατί δε μιλάτε; Επαναλαμβάνω, ο οποίος, όσος, οπόσος…
(Ακούγεται πάλι το πουλί)
ΜΑΘΗΤΗΣ 5: Σώπα, δάσκαλε. Σώπα, ν’ ακούσουμε το πουλί!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Κουνάει απελπισμένος το κεφάλι του) Έξω όλοι για διάλειμμα. Εσείς δεν είστε για γράμματα. Μόνο για πετροπόλεμο είστε. Άντε, πάτε να σπάσετε τα κεφάλια σας, μήπως καταφέρω να σας βάλω μέσα τη γραμματική.
Τα παιδιά φεύγουν χαρούμενα 
(σ.σ. το κομμάτι της διδασκαλίας της γραμματικής αποτελεί ελεύθερη διασκευή και στηρίζεται στο παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Καζαντζάκη «Αναφορά στον Γκρέκο»:
Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο).


ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Πολλά βάσανα πέρασε στο σχολείο του χωριού του ο Γεώργιος Βιζυηνός γιατί είχε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τη στριφνή καθαρεύουσα μα και τη στενοκεφαλιά του δασκάλου του. Αυτά τα βάσανα διηγείται στο διήγημά του «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα»
Ο νέος δάσκαλος του χωριού μπαίνει για πρώτη φορά στην τάξη και ανοίγει τον κατάλογο.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Κουνάει το κεφάλι του) Μα ποιος έγραψε αυτόν τον κατάλογο;
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Ο παλιός δάσκαλος, κύριε.
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Μα τι έχει ο κατάλογος;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τα ονόματά σας είναι όλα γραμμένα λάθος. Εσένα, για παράδειγμα, πώς σε λένε;
ΜΑΘΗΤΗΣ 2: Θόδωρο Μπεράτογλου.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, βρε χαϊβάνι, Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Εσένα πως σε λεν;
ΜΑΘΗΤΗΣ 1: Δημήτρη Ντερμιτζόγλου.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, βρε, χαϊβάνι, Δημοσθένη Ντερμιτζόγλου. Εσένα, εκεί πίσω, πώς σε λένε;
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Εγώ είμαι ο Γιώργης.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ποιος Γιώργης, βρε. Γοργίας, είναι τ’ όνομά σου.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Γοργίας; Μα Γιώργη με λένε. Το Γιωργί του χωριού.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σκάσε, χαϊβάνι. Γοργία, σε λένε. Ακούστε όλοι προσεκτικά. Είμαι ο καινούριος σας διδάσκαλος και θέλω να ομιλείτε σωστά. Θέλω επίσης να είστε επιμελείς μαθητές και να προσέχετε εις το μάθημα. Να μην αντιληφθώ ότι κοιτάζετε έξω, προς τη μηλέα του σχολείου.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Ποια είναι η μηλέα, κύριε;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Δεν ξέρεις τη μηλέα, Γοργία; Αυτό το δένδρο που βρίσκεται έξω είναι η μηλέα.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Όχι, κυρ δάσκαλε, δεν το ξέρεις καλά. Αυτό δεν είναι μηλέα, αλλά μηλιά.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τι είπες αναιδέστατε. Εγώ δεν γνωρίζω καλά ποία δένδρα φύονται στην ελληνική ύπαιθρο;
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Μα αφού αυτό το δέντρο είναι μηλιά!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σκάσε. Μηλέα είναι. Έτσι είναι το σωστό της όνομα.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Μα κυρ δάσκαλε, αυτό είναι το ίδιο δέντρο που έχουμε στον κήπο μας, κάνει τα ίδια άνθη, έχει τα ίδια φύλλα, τους ίδιους καρπούς, δεν μπορεί παρά να είναι μηλιά, όπως η δική μας.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Θα σταματήσεις ή θα σε ραπίσω.
ΜΑΘΗΤΗΣ 3: Το ξέρω από μικρός, μου το έμαθε η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Σήκω επάνω και πλησίασε αμέσως.
Ο μαθητής σηκώνεται και πλησιάζει το δάσκαλο.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Πες πως λένε μηλέα αυτό το δέντρο.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! Αυτό ‘ν μηλιά!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τι είπες; Τολμάς να μου αντιμιλάς; Δώσε μου το χέρι σου.
Ο μαθητής απλώνει το χέρι.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ε, να λοιπόν. (Του δίνει μία με το χάρακα)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Επιμένεις; Δεν είναι μηλέα αυτό το δένδρο;
ΜΑΘΗΤΗΣ: Επιμένω. Μηλιά είναι.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Έτσι θες, χαϊβάνι. Τώρα θα σου δείξω εγώ. Πάρε κι άλλη λοιπόν. Τεσσαράκοντα παρά μίαν θα σου δώσω μέχρι να μάθεις πως αυτό το δένδρο είναι μηλέα και όχι μηλιά. Μ’ ακούς; Τεσσαράκοντα παρά μίαν.


ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Τελικά ο Γεώργιος Βιζυηνός αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με το δάσκαλό του, χωρίς όμως να προδώσει τη μηλιά του κήπου του. Και να πώς. Κατέληξε στο εξής συμπέρασμα. Η μηλιά του σχολείου είναι μηλέα, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί ο δάσκαλος δέρνει. Όμως η μηλιά του κήπου του, αυτή ναι είναι μηλιά, γιατί είναι μηλιά!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Δεν πήγαιναν τότε όλα τα παιδιά σχολείο. Υπήρχαν αρκετά που έχασαν την ευκαιρία της μόρφωσης κυρίως γιατί έπρεπε να δουλεύουν. Ένα από αυτά τα παιδιά, ο Μέλιος, είναι ο ήρωας του βιβλίου του Μενέλαου Λουντέμη «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα».
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Ο Μέλιος είναι ένα παιδί που δουλεύει και δεν μπορεί να πάει σχολείο. Όμως με δικά του χρήματα αγοράζει βιβλία και τα διαβάζει κι ύστερα διηγείται τις ιστορίες. Το ‘μαθε ο δάσκαλος του χωριού και τον φωνάζει στο σχολείο.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Εσύ, είσαι που λες τα παραμύθια;
ΜΕΛΙΟΣ: Δε φταίω εγώ…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Και ποιος σου είπε ότι φταις; Γιατί όμως δεν έρχεσαι στο σκολειό να γράψουμε και να μάθεις γράμματα του σκολειού; Ε; Δεν τ’ αγαπάς;
ΜΕΛΙΟΣ: Αν τ’ αγαπάω, δάσκαλε; Μα υπάρχουν πιο γλυκά γράμματα; Πώς όμως να τα μάθω;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Να έρχεσαι εδώ, στην τάξη μου.
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν μπορώ, δάσκαλε. Εγώ μαθαίνω γράμματα του ποδαριού, γράμματα της τρεχάλας. Μαζί με τα δαμάλια. Να βοσκάνε εκείνα γρασίδι κι εγώ να διαβάζω.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Πρέπει όμως να έρχεσαι στο σκολειό.
ΜΕΛΙΟΣ: Όμως τα σκολειά σ’ αυτό τον κόσμο είναι όλα σκολειά της μέρας. Ανοίγουνε τις πόρτες τους μαζί με τα μαντριά. Τι να κάνω; (Βγάζει από την τσέπη του ένα μαντήλι γεμάτο με κέρματα και το αφήνει στην έδρα).
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τι είναι αυτό;
ΜΕΛΙΟΣ: Χρήματα, δάσκαλε. Τα κέρδισα με τη δουλειά μου…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Και γιατί τ’ αφήνεις εδώ;
ΜΕΛΙΟΣ: (Με δισταγμό) Μπορώ να έρχομαι στο σπίτι σου, δάσκαλε, το απόγευμα να μου μαθαίνεις γράμματα του σκολειού;
(Ο δάσκαλος βάζει το χέρι του στο μάτι για να διώξει ένα σκουπιδάκι) 
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Συγκινημένος) Λοιπόν… (η φωνή του είναι κάπως αλλιώτικη) Πάρε τα χρήματά σου κι αύριο που θα παχνίσεις τα δαμάλια σου, έλα…
ΜΕΛΙΟΣ: (Ενθουσιασμένος) Να πάρω πλακοκόντυλο, δάσκαλε; Να πάρω χαρτιά, μολύβια;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, όχι, καλό μου παιδί… Πώς είναι το όνομά σου;
ΜΕΛΙΟΣ: Μέλιος…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όχι, Μέλιο…
(Το παιδί φεύγει τρέχοντας – ο δάσκαλος φωνάζει)
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μέλιο, τα χρήματά σου!
Όμως ο Μέλιος έχει ήδη φύγει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Από το άλλο βράδυ άρχισε ο Μέλιος να πηγαίνει. Σαν συγύριζε τα βόδια και τα πότιζε και τα πάχνιζε, έχυνε στο κεφάλι του ένα μαστραπά νερό, σφουγγαριζότανε, έχωνε στον κόρφο του τα χαρτιά του και κλεφτά τρύπωνε στο σπίτι του δασκάλου. Το ‘χανε συμφωνήσει οι δυο τους να μη μαθευτεί το μυστικό τους πουθενά. Όμως ένα βράδυ ο Μέλιος έπεσε πάνω στο θείο του.
ΘΕΙΟΣ: Έλα, εδώ. Για ζύγωσε. Πού τριγυρίζεις νυχτιάτικα;
ΜΕΛΙΟΣ: Να… πήγαινα…
ΘΕΙΟΣ: Κι αφήνεις και την πόρτα του αχουριού ανοιχτή. Γιατί ;
ΜΕΛΙΟΣ: Για να μην κάνω σαματά και ξυπνάτε.
ΘΕΙΟΣ: Κι αν μας κλέψουν τα ζα; Τι θα γίνει, μου λες;
ΜΕΛΙΟΣ: Θα τα πληρώσω εγώ.
ΘΕΙΟΣ: Εσύ; Να ένας πλούσιος. Και με τι θα τα πλερώσεις;
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν τα κλέβουνε…
ΘΕΙΟΣ: Και πώς το ξέρεις εσύ; Συμπεθεριά με τους αλογοσούρτηδες έχεις; Μ’ αυτούς ρεμπελεύεις;
ΜΕΛΙΟΣ: Όχι, όχι, δεν πάω μ’ αυτούς.
ΘΕΙΟΣ: Ε, τότε πού στον αγύριστο πας;
ΜΕΛΙΟΣ: Στο σκολειό.
ΘΕΙΟΣ: Στο σκολειό! Να τα! Και καλά, βρε κουτάβι, δεν μπορούνε να κάνουνε τα γράμματα δίχως τη μούρη σου; Λοιπόν, άκου τώρα. Λίγα λόγια. Απ’ αύριο κόβεις. Ή ζευγάς ζευγάς ή παπάς παπάς. Για γελαδάρη σε πήρα, όχι για γραμματικό. Άντε πέσε να κοιμηθείς τώρα κι αύριο έχεις δουλειά. Καις και το λάδι.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Το παιδί έσβησε το λυχνάρι, έπεσε στ’ άχερα και τα μούσκευε ως το πρωί. Απ’ την άλλη μέρα τα ‘κοψε όλλα.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Πέταξε τα βιβλία μέσα στην κοπριά και δεν τα ξανασήκωσε πια. Το πήρε απόφαση. Αυτό ήταν το γραφτό του. Να κάνει χωριό με τα δαμάλια…
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Μα γελάστηκε. Την τρίτη μέρα, καθώς γύριζε απ’ τη βοσκή, τον σταμάτησε ο δάσκαλος.
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τα ’μαθα, κακόμοιρό μου. Μα δε θα σ’ αφήσω να χαθείς. Θα σου δίνω εγώ ό,τι βιβλίο χρειάζεσαι. Να διαβάσεις μέχρι να περάσεις όλες τις τάξεις. Κι άμα βγάλεις το Δημοτικό κι έχεις κουράγιο και για το Γυμνάσιο, τράβα και μη φοβάσαι τον αφέντη σου.
ΜΕΛΙΟΣ: Ευχαριστώ, δάσκαλε…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Βγάζει από την τσέπη του το μαντήλι με τα χρήματα). Και κάτι άλλο θέλω να σου πω. Πάρε τα χρήματά σου πίσω. Εκεί στην πόλη που θα πας, στο Γυμνάσιο, θα χρειαστείς χαρτζιλίκι…
ΜΕΛΙΟΣ: Μα θα τα καταφέρω δάσκαλε; Πώς το ξέρεις;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Το ξέρω, είμαι σίγουρος. Άκου λοιπόν. Η ζωή εκεί είναι δύσκολη. Θα θέλεις για νοίκι, για φαϊ, για τετράδια. Παρ’ τα, σε παρακαλώ.
ΜΕΛΙΟΣ: Ευχαριστώ.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Ο Μέλιος τα κατάφερε τελικά κι έφτασε να δώσει εξετάσεις στο Γυμνάσιο.
( Μπαίνει στην άδεια αίθουσα που βρίσκεται μόνο ένας καθηγητής).
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Ήρθες για τις εξετάσεις.
ΜΕΛΙΟΣ: Μάλιστα.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Πού είναι οι κηδεμόνες σου;
ΜΕΛΙΟΣ: Πουθενά …
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Τότε … ποιοι σε φροντίζουν;
ΜΕΛΙΟΣ: Εγώ.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Και τα γράμματα ποιοι σου τά ’μαθαν;
ΜΕΛΙΟΣ: Εγώ …
Ο  καθηγητής πηγαίνει στην έδρα, παίρνει ένα φύλλο και το δίνει στο Μέλιο.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Αυτά είναι τα «ερωτήματα». Καθαρόγραψέ τα ένα ένα στην κόλλα σου κι από κάτω δώσε τις απαντήσεις.
Ο καθηγητής κάθεται στην έδρα και διαβάζει ένα βιβλίο. Ο Μέλιος αρχίζει να γράφει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Ας αφήσουμε όμως το Μέλιο να γράψει με την ησυχία του κι ας θυμηθούμε τις εμπειρίες της Έλλης Αλεξίου, η οποία σε νεαρή ηλικία υπηρέτησε δασκάλα στο Γ΄ Παρθεναγωγείο Ηρακλείου στις αρχές της δεκαετίας του 1910.
(Καθώς η σκηνή εκτυλίσσεται, ο Μέλιος συνεχίσει να γράφει σε ένα θρανίο)
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Δεσποινίς Αλεξίου, ήρθαν όλα τα κορίτσια με τις καινούριες ποδιές για την παρέλαση;
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ: Μάλιστα, κυρία, κάποια κορίτσια ήρθαν. Όμως κάποια άλλα…
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Όσα κορίτσια δεν έραψαν ποδιά δε θα συμμετάσχουν στην παρέλαση. Είναι η γιορτή του Αγίου Μηνά και πρέπει το σχολείο μας να δώσει «αρίστη εντύπωση».
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ: Μα δεν έχουν όλα τα κορίτσια χρήματα για ποδιά.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Δε μ’ ενδιαφέρει. Δεσποινίς Αλεξίου, δεν είμαστε φιλανθρωπικό ίδρυμα. Είμαστε το Γ΄ Παρθεναγωγείο Ηρακλείου. Πρέπει να το καταλάβετε επιτέλους.
(έρχονται τα κορίτσια, άλλα φορούν ποδιές και άλλα όχι).
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: (Φωνάζει δυνατά) Όσα από τα κορίτσια δε φορούν τη στολή της παρέλασης, δηλαδή την μπλε ποδιά, να φύγουν. Να μείνουν μόνο όσες φορούν τις μπλε ποδιές.
ΜΑΘΗΤΡΙΑ 1: Να μείνω εγώ κυρία που φορώ μαύρη μπέρτα και δεν ξεχωρίζω;
ΜΑΘΗΤΡΙΑ 2: Να μείνω κι εγώ που μου την αγόρασε ο πατέρας μου μα δεν πρόλαβε η μητέρα μου να την ράψει;
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Δεν κάνουμε καμία εξαίρεση. Αν κρατήσουμε εσένα, θα πρέπει να κρατήσουμε και την άλλη, και την άλλη…
ΜΑΘΗΤΡΙΑ 1: Μα κυρία με τη μαύρη μπέρτα δε θα φαίνεται πως δε φοράω ποδιά.
ΜΑΘΗΤΡΙΑ 2: Σας ορκίζομαι κυρία, μου την αγόρασε ο πατέρας μου, αλλά…
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: Σιωπή, κορίτσια. Περάστε γρήγορα έξω. Επίσης να περάσουν έξω όσες μαθήτριες φορούν ποδιά αλλά δεν έχουν παπούτσια.
(Οι μαθήτριες χωρίς ποδιά αποχωρούν παραπονεμένες. Οι υπόλοιπες κάνουν γραμμή και φεύγουν για την παρέλαση. Μένει μόνη στη σκηνή η Έλλη Αλεξίου)
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ: Η παρέλαση πήγε περίφημα. Το σχολείο μας ειδικά ήταν απ’ τα καλύτερα. Όλος ο κόσμος χειροκρότησε τις μαθήτριές μας με ενθουσιασμό. Όμως κανείς δεν πρόσεξε, εκεί στη γωνιά του δρόμου, κολλητά στον τοίχο, κάποια κορίτσια που στέκονταν παραπονεμένα, κοκκινισμένα απ’ το κλάμα. Κανείς δεν τα χειροκρότησε, κανείς δεν τα έδωσε σημασία. Ανάμεσά τους ήταν και η Γεωργία Παρασυράκη που έλεγε νερό το μάθημα κι έπαιρνε πάντα άριστα. Τυλιγμένο στη μαύρη μπέρτα της μητέρας της. «Βάλ’ την και πήγαινε. Να δεις που δε θα σου πούνε τίποτα. Μέσα σε τόσα παιδιά δε θα ξεχωρίζεις». Και η Γεωργία την πίστεψε. Μα η Διευθύντρια δεν την κράτησε. Για να μη χαλάσει την ομοιομορφία του σχολείου.


ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μέλιο. Τι να κάνει άραγε; Απάντησε σωστά σε όλες τις ερωτήσεις;
(Ο Μέλιος έχει τελειώσει και κοιτάζει τον καθηγητή.)
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Τι τρέχει; Γιατί δεν γράφεις;
ΜΕΛΙΟΣ: Τα ’γραψα.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ! Ωραία. Τότε γράψε τις απαντήσεις.
ΜΕΛΙΟΣ: Τις έγραψα.
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Πώς;;; Δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί. Για δώσε δω.
(Τα παίρνει, τα κοιτάζει βιαστικά κι ύστερα τα αφήνει πάνω στην έδρα)
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Σε συγχαίρω …    
(Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στην αίθουσα ο γυμνασιάρχης).
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Κύριε γυμνασιάρχα … Τελειώσαμε.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Πώς πήγε;
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Καλά … Δύναμαι να είπω καλά … Εν γένει, πολύ καλά.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Μάλιστα. Από δω είσαι συ; Γιατί ήρθες τόσο καθυστερημένος;
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν … δεν … το ήξερα. Ήρθα από χωριό.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Αδιάφορον! Έπρεπε να το ξέρεις. Έμεινες σε καμιά τάξη στάσιμος;
ΜΕΛΙΟΣ: …
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Γιατί δεν απαντάς;
ΜΕΛΙΟΣ: Ο … όχι.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Γιατί διστάζεις; Εφοίτησες ανελλιπώς και τα έξι χρόνια;
ΜΕΛΙΟΣ: Όχι … δεν …
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Τι «δεν»;
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν … πήγα σκολειό καθόλου.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Καθόλου; Πώς;; Κύριε Σκαμβουρά! … τι αποκάλυψις είναι αυτή;
Ο καθηγητής τα χάνει
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Δεν είχα προβλέψει κάτι παρόμοιον, κύριε γυμνασιάρχα. Ομολογουμένως είναι κάτι το εκπληκτικόν.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Τι «εκπληκτικόν», κύριε Σκαμβουρά; Εδώ πρόκειται περί πρωτοφανούς απάτης! Να σημειωθεί το όνομα του διδασκάλου.
Στρέφεται προς στο παιδί.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Πώς τόλμησες εσύ, νεαρέ να εξαπατήσεις ολόκληρον Εκπαιδευτήριον; Ε; … Σιωπάς; Χάα! Η σιωπή του ενόχου! Παύσε αμέσως να κλαις!
ΜΕΛΙΟΣ: Όχι, Κύριε! Δεν κλαίω! … Γιατί; Δεν έφταιξα σε τίποτα. Κι ούτε ψέματα είπα. Γιατί δεν δέχεστε τα γράμματά μου, κύριε γυμνασιάρχα; Αυτά μου δείξανε, αυτά έμαθα. Γιατί δεν τα δέχεστε; Είναι αλλιώτικα τα γράμματα του σκολειού; Δεν είχα χρήματα για να πάω στο σκολειό, και τα ’μαθα στο χωράφι. Κακό είναι; Τώρα εσείς μου λέτε ότι δεν έχουν πέραση.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Σιωπή!!
ΜΕΛΙΟΣ: Θα φύγω … Και σ’ όποιον με ρωτάει, θα λέω ότι κάποτε μάζεψα λίγα λεπτά για να πάω στο Γυμνάσιο, μα μ’ έδιωξαν, επειδή τα γράμματα που είχα μαζί μου ήταν του χωραφιού και δεν περνούσαν.
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Ορίστε, φίλε μου, θράσος! Σε ερώτησα για το όνομα του διδασκάλου, δια να αναφερθώ εις το Υπουργείον! Αναμένω …Δεν απαντάς;
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Προφανώς … Προφανώς ελησμόνησε το όνομα του διδασκάλου. Ε, παιδί μου;
ΜΕΛΙΟΣ: Όχι … είπε ο Μέλιος. Το ξέρω!
ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ: Και γιατί δεν το λες;
ΜΕΛΙΟΣ: Δεν είμαι Ιούδας!!
Ο Μέλιος το βάζει στα πόδια και φεύγει.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Τελικά ο Μέλιος τα κατάφερε και φοίτησε στο σχολείο παρά τις αντιδράσεις του Γυμνασιάρχη. Κι όχι μόνο αυτό, μα κατάφερε κι έγινε συγγραφέας όταν μεγάλωσε.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Και θα τελειώσουμε τη γιορτή μας με ένα ακόμα απόσπασμα από το βιβλίο του Καζαντζάκη “Αναφορά στον Γκρέκο”
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Στην Τετάρτη τάξη βασίλευε και κυβερνούσε ο Διευθυντής του δημοτικού. Μας είχε έρθει σπουδασμένος από την Αθήνα κι είχε φέρει, λέει, μαζί του τη Νέα Παιδαγωγική. Θαρρούσαμε πως ήταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική.
ΦΙΛΟΣ 1: Σοβαρά; Νομίζατε πως η Παιδαγωγική είναι γυναίκα;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ναι. Μα όταν τον αντικρίσαμε για πρώτη φορά ήταν ολομόναχος. Η Παιδαγωγική έλειπε, θα ήταν σπίτι. Κρατούσε ένα μικρό, στριφτό βούρδουλα, μας έβαλε στη γραμμή κι άρχισε να βγάζει λόγο. “Αταξίες δε θέλω, μήτε γέλια, μήτε φωνές στο διάλειμμα. Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς κοιτάχτε εδώ!” Είπε και μας έδειξε το βούρδουλα.
ΦΙΛΟΣ 2: Φαντάζομαι τι αυστηρός ήταν.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Άκου και θα καταλάβεις. Μια μέρα έδεσα κόμπο την καρδιά μου, σήκωσα το δάχτυλο: – Πού είναι, κυρ δάσκαλε, ρώτησα, η Νέα Παιδαγωγική; Γιατί δεν έρχεται στο σκολειό;
ΦΙΛΟΣ 1: Και πώς αντέδρασε ο δάσκαλος;
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Τινάχτηκε από την έδρα, ξεκρέμασε από τον τοίχο τον βούρδουλα. -Έλα εδώ, αυθάδη, φώναξε. Να, να, άρχισε να βαράει και να μουγκρίζει. Όταν ίδρωσε, σταμάτησε. -Να η Νέα Παιδαγωγική, είπε, κι άλλη φορά σκασμός!
ΦΙΛΟΣ 2: Ε, τα ‘θελε και σένα η πλάτη σου…
ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Τελικά η Νέα Παιδαγωγική έφτασε κάποτε και στην Ελλάδα, έστω και αργά. Δεν κρατούσε βέβαια βούρδουλα αλλά είχε ως πρώτο και κύριο ενδιαφέρον της το παιδί, καθώς και την πνευματική και ψυχική του ανάπτυξη. Φωτισμένοι παιδαγωγοί, όπως ο Δελμούζος, ο Κουντουράς, ο Παπαμαύρος και άλλοι πολλοί, έκαναν μεγάλες προσπάθειες για την ανάπτυξη της παιδαγωγικής στην Ελλάδα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ωστόσο και πριν απ’ αυτούς υπήρχαν άνθρωποι που έδιναν και την ψυχή τους για το σπουδαίο αυτό λειτούργημα που λέγεται διδασκαλία. Ο δάσκαλος από την Κρετσούνιστα, που έπαιζε πηδηχτό με τα μαθητούρια του, η δασκάλα του Καζαντζάκη που μεταμορφώθηκε σε άγγελο, η νεαρή δεσποινίς Αλεξίου που στεναχωριόταν βλέποντας τις μαθήτριές της να μην μπορούν να κάνουν παρέλαση ή ο δάσκαλος που πήγαινε κρυφά και βοηθούσε τον Μέλιο ήταν αμέτρητοι σ’ όλη την Ελλάδα… σε πόλεις, σε χωριά, στα πιο μικρά κι απομονωμένα σχολεία… Αυτούς λοιπόν ας θυμηθούμε τώρα που τελειώνει η γιορτή μας, τους άλλους ας τους σκεπάσει η λήθη…
ΤΕΛΟΣ